ΠΩΣ ΝΑ ΛΕΜΕ «ΟΧΙ»

Ἀφοῦ ντρεπόµαστε νά εἴµαστε διαφορετικοί

ΠΩΣ ΝΑ ΛΕΜΕ «ΟΧΙ»

            Ἡ ἐπέτειος τῆς 28ης Ὀκτωβρίου µᾶς ὑπενθυµίζει ἀρχαῖα µεγαλεῑα. Μᾶς θυµίζει τούς προγόνους µας, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν στό πλάϊ τοῦ κυβερνήτου τους, Ἰωάννη Μεταξᾶ, καί οἱ ὁποῖοι δέν τοῦ ἄφησαν ἄλλη ἐπιλογή παρά νά πεῖ τό ἱστορικό ΟΧΙ στά τελεσίγραφα καί στίς ἀπειλές τῶν πάνοπλων Ἰταλῶν καί Γερµανῶν.

Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορική µνήµη, ἡ ὁποία σέ ὑγιεῖς ἀνθρώπους δρᾷ ἐνθαρρυντικά, ἐξασφαλίζει τήν ταυτότητά τους καί τούς ὑποκινεῖ στή µίµηση. Ἀντιθέτως δέ σέ ἀσθενεῖς ἀνθρώπους γίνεται αἰτία καί ἀντικείµενο ντροπῆς.

Καί ὑγιεῖς εἴµαστε ἄν καί ἐφ’ ὅσον δέν εἴµαστε ἐκ τοῦ κόσµου τούτου, ἀλλά ἔχουµε ἀποδεχθεῖ τό κάλεσµα τοῦ Κυρίου: Εἰ ἐκ τοῦ κόσµου ἦτε, ὁ κόσµος ἄν τό ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δέ ἐκ τοῦ κόσµου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγώ ἐξελεξάµην ὑµᾶς ἐκ τοῦ κόσµου, διά τοῦτο µισεῖ ὑµᾶς ὁ κόσµος. (Ἰωαν. ιε΄ 19). Ἐπί πλέον µᾶς διευκρινίζει, ὅτι δικοί Του εἶναι ὅσοι ποιοῦν τό θέληµά Του καί τηροῦν τίς ἐντολές Του: Καί περιβλεψάµενος κύκλῳ τούς περί αὐτόν καθηµένους λέγει· ἴδε ἡ µήτηρ µου καί οἱ ἀδελφοί µου· ὅς γάρ ἄν ποιήσῃ τό θέληµα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός µου καί ἀδελφή µου καί µήτηρ ἐστί. (Μάρκ. γ΄   34-35)

Ἄρα διαφέρουµε ἀπό τόν κόσµο, καί ἡ διαφορετικότητα γίνεται ἀντιληπτή, ἐκτός ἄν τήν ἀρνούµαστε ἐµεῖς οἱ ἴδιοι, ὑπακούοντες καί ἀκολουθοῦντες τή µόδα τῆς κάθε ἐποχῆς.

Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν ἀντιληπτοί ἀπό τόν τρόπο ζωῆς τους, καί µάλιστα ὄχι τόσο ἀπό τό τί ἔκαναν, ὅσο ἐξ αἰτίας αὐτῶν πού δέν δέχθηκαν νά κάνουν. Γιά τίς λατρευτικές συνάξεις τους, γιά τίς ἀγάπες, γιά τήν ταφή τῶν κεκοιµηµένων τους ἔσκαψαν κατακόµβες, γιά νά διαφυλάξουν τήν ἱερότητα τοῦ χώρου καί τῆς λατρείας ἀπό τά περίεργα καί συχνά ἐχθρικά βλέµµατα τῶν ἐθνικῶν καί εἰδωλολατρῶν.

Αὐτοί δέ οἱ εἰδωλολάτρες δέν ἐνοχλήθηκαν τόσο ἀπό αὐτές τίς ὑπόγειες συνάξεις, ὅσο ἀπό τή µή συµµετοχή τῶν Χριστιανῶν στά δηµόσια δρώµενά τους καί κυρίως στή λατρεία καί στίς θυσίες πρός τιµή τῶν εἰδώλων. Νά, τί σηµασία ἔχει τό ΟΧΙ ἀπό τότε! Ἐπειδή τό τί κάνουµε, τό κάνουµε ἐν τῷ κρυπτῷ (Ματθ. στ΄ 18), ἡ ἄρνησή µας ὡστόσο γίνεται ἐν τῷ φανερῷ. Τό ἀποτέλεσµα τῆς ἀρνήσεως πολλάκις ὁδήγησε τούς πιστούς στό Μαρτύριο, καί δι’ αὐτοῦ στήν διάδοση τῆς ἀληθοῦς πίστεως (π.χ. τά Μαρτύρια τοῦ Ἁγ. Γεωργίου καί τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, πού ἔγιναν αἰτία µεταστροφῆς καί τῶν δηµίων καί µελῶν τῶν αὐτοκρατορικῶν οἰκογενειῶν).

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ ἀγῶνες γιά τή δηµιουργία καταλλήλων συνθηκῶν γιά τή βίωση τῆς πνευµατικῆς ζωῆς ἔφερε –τοὐλάχιστον στό Ἀνατολικό τµῆµα τῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας– καρπούς. Ἡ ἐπικράτηση τοῦ «διά τοῦ Σταυροῦ» πολιτεύµατος ἔβγαλε τούς Χριστιανούς ἀπό τίς Κατακόµβες καί τούς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ὀργανώσουν καί τή δηµόσια ζωή σύµφωνα µέ τίς Ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό ἐκείνην τή στιγµή καλούµεθα συνεχῶς νά διαφυλάττουµε αὐτή τήν κατάκτηση. Συνεχῶς ἡ Ἐκκλησία µας δέεται ὑπέρ τῶν ἀγωνισαµένων ἐν τοῖς ἱεροῖς τοῦ Γένους ἡµῶν ἀγῶσιν. Συνεπῶς εἴµαστε ὑποχρεωµένοι ἀπέναντι στούς ἁγίους προγόνους. Ὅποιος προσπαθεῖ νά καταπολεµήση τά ἱερά κεκτηµένα µας πρέπει νά συναντήση τό ΟΧΙ µας. Αὐτό ἐκ µέρους µας εἶναι ὁ ἐλάχιστος φόρος τιµῆς ἀπέναντι στούς ἀνά τούς αἰῶνες µάρτυρες τῆς Πίστεως, ἀλλά καί ἡ ἐλάχιστη ὁµολογία πίστεως.

Ἐπειδή αὐτή ἡ ὄντως χριστιανική στάση µᾶς ἔχει µεταδοθεῖ ἀπό γενεά σέ γενεά δέν µποροῦµε νά τήν ἀποβάλλουµε ἐντελῶς. Σέ ἀνάµιξη ὅµως µέ τίς προσωπικές ἀτέλειες καί ἀδυναµίες µας διαστρέφεται. Ἡ διαφορετικότητα, ἐπειδή δέν εἴµαστε ἐκ τοῦ κόσµου τούτου, µέ τήν ἀδυναµία νά ποῦµε ΟΧΙ στά τοῦ κόσµου τούτου, ἐκφράζεται ἀλλιῶς, γίνεται ἐπιδειξιοµανία: ἐπιδεικνύουµε τήν ἐξουσία, τήν σωµατική ὀµορφιά καί εὐρωστία – πολλάκις µέ τήν ἀλόγιστη καί ὑπερβολική χρήση καλλωπιστικῶν καί ἀναβολικῶν– τίς γνώσεις, τήν ἔξαλλη ἐνδυµασία, µόνο καί µόνο νά φαινόµαστε ἐνῶ δέν εἴµαστε διαφορετικοί. Ξέρουµε ἀλήθεια ἕναν Ἅγιο ἤ µία Ἁγία τῆς Ἐκκλησίας µας, πού φερόταν ἔτσι ἤ ἀπεικονίζεται ἔτσι; Τό ἀντίθετο! Σήµερα πού χαράζω αὐτές τίς λίγες γραµµές ἡ Ἐκκλησία µας τιµᾶ τόν Ὅσιον Κυριακόν τόν Ἀναχωρητήν, ὁ ὁποῖος, ὄχι µόνο δέν ἤθελε νά ἐπιδεικνύεται – σύµφωνα µέ τούς συναξαριστές εἶχε ἔκτακτα χαρίσµατα πνευµατικά καί σωµατικά– ἀλλά κατέλιπε τήν πατρίδα του, τήν Κόρινθο, καί περιόδευε µέχρι τό βαθύ γήρας του. Ἡ τελευταία µετακίνησή του ἔγινε ὅταν ἦταν στήν ἡλικία τῶν 99 ἐτῶν, ὅλο καί βαθύτερα στήν ἔρηµο σέ ὅλο καί σέ πιό ἀποµονωµένα µέρη, ἀρνούµενος ἐµπράκτως τά µάταια τοῦ κόσµου.

Δέν θά φθάσουµε ἐκεῖ, ἀλλά τοὐλάχιστον νά προσβλέπουµε ἐκεῖ γιά νά µή φθάσουµε στό ἄλλο ἄκρο, στό νά µή µποροῦµε νά ποῦµε τό παραµικρό ΟΧΙ καί νά ἐκφράζουµε τήν διαφορετικότητά µας µέ ... ἐξαλλότητες!

π. Γεώργιος Χάας

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 158

Ὀκτώριος 2015