Στήν Εὔβοια τῶν παλαιῶν καί σύγχρονων Ἁγίων

E.E. 183 Koletti

Στήν Εὔβοια τῶν παλαιῶν καί σύγχρονων Ἁγίων

Ἡ ἐπιθυµία γι’ αὐτή τήν προσκυνηµατική ἐκδροµή εἶχε ἐκδηλωθεῖ ἤδη ἀπό τόν Μάϊο, καί συγκεκριµένα στίς 27 τοῦ µηνός ἀνήµερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Ρώσου, κατά τήν ἐπιστροφή µας ἀπό ἐπίσκεψη σέ Μονή τῆς Βοιωτίας. Τό θέµα τέθηκε σέ συζήτηση πάραυτα. Ἡ ὑπόσχεση τοῦ ἀρχηγοῦ µας κ. Σωτήρη Λαιζηνοῦ ἐξασφαλίσθηκε χωρίς... κόπο. Ἡ ὑλοποίηση ὅµως θά ἀπαιτοῦσε χρόνο, λόγῳ τῆς µεσολάβησης τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν. Ὁ χρόνος, ὅπως ἀποδείχθηκε, δέν µείωσε τήν ἐπιθυµία. Ἔτσι, πιστοί στό ραντεβού, ἐνορῖτες καί φίλοι τῆς ἐνορίας µας, ἀνταµώσαµε τήν τελευταία ἡµέρα τοῦ Σεπτεµβρίου µέ σκοπό τήν πραγµατοποίηση τῆς ἐκδροµῆς µας. Προορισµός µας ἡ Εὔβοια, αὐτό τό ἰδιαίτερο νησί πού γεωγραφικά µοιάζει νά ἀποτελεῖ προέκταση τῆς στερεοελλαδίτικης γῆς. Ἀπό τούς πολλούς εὐλογηµένους τόπους πού διαθέτει ἐπιλέξαµε τήν Ἱ. Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ κοντά στίς Ροβιές καί τόν Ἱ. Ναό τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Ρώσου στό χωριό Προκόπι.


Ἡ µέρα ξεκίνησε µελαγχολικά –τό ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπό τήν ψυχική διάθεση ὅλων µας– µέ ἀρκετά σκοτεινά σύννεφα νά δηµιουργοῦν ὑποψίες γιά βροχή. Σχετικά γρήγορα φθάσαµε στή στροφή πρός Χαλκίδα καί µετά ἀπό λίγο βρεθήκαµε νά διατρέχουµε τά 694,5 µ. τῆς νέας ὑψηλῆς γέφυρας, πού ἑνώνει τή Βοιωτία µέ τήν Εὔβοια, καί νά ἀτενίζουµε ἀφ’ ὑψηλοῦ τόν πορθµό τοῦ Εὐρίπου. Παρακάµπτοντας τήν Χαλκίδα, ὁ δρόµος µέ βόρεια κατεύθυνση θά µᾶς φέρει µετά ἀπό λίγα χιλιόµετρα στή Νέα Ἀρτάκη, περιοχή ὅπου ἐγκαταστάθηκαν πρόσφυγες ἀπό τήν Ἀρτάκη τῆς Κυζίκου µετά τήν Μικρασιατική Καταστροφή. Ἡ ὀµορφιά τῆς µικρῆς παραλίας ἐγείρει τήν ἐπιθυµία µιᾶς σύντοµης στάσης. Οἱ µεγάλοι θά ἀπολαύσουν µιά βόλτα στό γραφικό λιµανάκι πού κλείνει στήν ὑγρή ἀγκαλιά του ψαροκάϊκα καί ἱστιοφόρα, ἀλλά καί τό γαλανόλευκο ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγ. Νικολάου κτισµένο σέ µιά στενή λωρίδα γῆς. Τά παιδιά θά τρέξουν χωρίς καθυστέρηση στίς κούνιες. Οἱ πρῶτες σταλαγµατιές τῆς βροχῆς θά ἐπιταχύνουν τήν ἐπιστροφή στό ποῦλµαν καί θά µᾶς ἐπιβεβαιώσουν, ὅτι ἡ µέρα µας θά εἶναι καθαρά φθινοπωρινή, σέ καµία περίπτωση ὅµως µελαγχολική.
Μετά τή Νέα Ἀρτάκη καί τά Ψαχνά ξεκινᾶ ἡ ὀρεινή διαδροµή στή ραχοκοκαλιά τῆς Β. Εὔβοιας. Ὁ δρόµος µέ συνεχεῖς κορδέλες κερδίζει ὕψος διασχίζοντας ὑπέροχα δάση ἀπό πεῦκα καί πλατάνια. Ἡ δυνατή βροχή, πού ἔχει ἤδη ἀρχίσει, µᾶς ἀκολουθεῖ πιστά χωρίς νά ἐνοχλεῖ. Μᾶλλον ἀναδεικνύει ἐντονότερα τά σχήµατα καί τά χρώµατα τῆς φύσης πού µᾶς περιβάλλει. Μετά ἀπό µιά στροφή τοῦ δρόµου, ὄχι µακριά ἀπό τό χωριό Ροβιές, ἀντικρίζουµε τήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Δαυΐδ νά ἀπαγκιάζει στίς πλαγιές τῶν βουνῶν Καβαλάρης καί Ξηρόν, σέ µιά περιοχή κάθε ἄλλο παρά ξηρή, ἀντίθετα πνιγµένη στό πράσινο. Ἀφήνοντας τό ὄχηµά µας, νιώθουµε ὅτι ἀκολουθοῦµε τά βήµατα τόσων καί τόσων γενεῶν προσκυνητῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὅσιος Γέροντας ἵδρυσε τό µοναστήρι του πρίν 4 αἰῶνες, γύρω στό 1540, στά ἐρείπια προϋπάρχοντος ναοῦ. Εἶχε γεννηθεῖ σέ ἕνα µικρό χωριουδάκι τῆς Φθιώτιδος καί σέ νεαρή ἡλικία ἐκάρη µοναχός. Διετέλεσε ἡγούµενος τῆς Μονῆς Βαρνακόβης, ἀσκήτεψε στό Στείριον ὅρος καί «θείῳ Πνεύµατι ὁδηγηθεῖς» ἔφθασε στήν Εὔβοια, ὅπου «τελείαν συνεστήσατο Μονήν», στήν ὁποία συνέρρευσαν σύντοµα πολλοί µοναχοί, ὅπως διαβάζουµε στό συναξάρι του. Ἄρχισαν ὅµως µέ τόν χρόνο νά συρρέουν καί πλήθη πιστῶν πού τά προσείλκυε ἡ ἅγια βιωτή του. Οἱ ἀρετές πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Θεό ὕστερα ἀπό ἐπίπονη ἄσκηση καί ἀδιάλειπτη προσευχή ὁδήγησαν πολλές ψυχές στήν σωτηρία. Μετά ἀπό τήν ὁσιακή κοίµησή του παρέµειναν πολύτιµη κληρονοµιά στόν κόσµο τά ἅγια λείψανά του, τά ὁποῖα φυλάσσονται στό Καθολικό τῆς Μονῆς.
Ἐάν ἡ µέρα µας δέν ἦταν τόσο... ὑγρή, θά ἦταν ἐφικτή µιά 20λεπτη πορεία µέχρι τό ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου, ἕνα µικρό σπήλαιο σέ βράχο µέ τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγ. Χαραλάµπους, ἄλλα καί ἕνας περίπατος σέ κάποια ἀπό τά πολλά ἐκκλησάκια πού βρίσκονται σέ εἰδυλλιακές θέσεις γύρω ἀπό τήν Μονή. Δέν πειράζει! Ἔχουµε ἤδη µιά καλή ἀφορµή γιά κάποια µελλοντική ἐπίσκεψη...
Μετά τήν κοίµηση τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἡ Μονή συνέχισε τό ἁγιαστικό της ἔργο µέχρι τήν πυρπόλησή της ἀπό τούς Τούρκους τό 1824, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχε στηρίξει ἐνεργά τόν Ἀγώνα. Ἀνοικοδοµήθηκε τό 1877, ὅµως δέν ἔφθασε πλέον στήν προηγούµενη ἀκµή της. Ἀντίθετα, στά χρόνια τά µεταπολεµικά, ὅταν ἐντάχθηκε στήν Μονή ὁ µακαριστός Γέροντας π. Ἰάκωβος Τσαλίκης, εἶχε φθάσει σχεδόν σέ πλήρη διάλυση.
Ἕνα προσφυγόπουλο τῆς Μ. Ἀσίας, ἀπό τή µικρή πόλη Λιβίσι τῆς Μάκρης, ἦταν ὁ ἅγιος αὐτός Γέροντας τῆς ἐποχῆς µας. Μικρό παιδάκι 2 ἐτῶν ἔφθασε τό 1922 στόν Πειραιά µέ τήν οἰκογένειά του – τή µητέρα, τή γιαγιά καί τά ἀδέλφια του. (Μέ τόν πατέρα ἔσµιξε ἡ οἰκογένεια µέ θαυµαστό τρόπο µετά ἀπό 2 χρόνια). Τό πλοῖο συνέχισε γιά τήν Ἰτέα καί ἀπό ἐκεῖ ὁδοιπορῶντας οἱ πρόσφυγες ἔφθασαν στό χωριό Ἁγ. Γεώργιος κοντά στήν Ἄµφισσα. Ἡ οἰκογένεια τοῦ µικροῦ Ἰακώβου παρέµεινε µαζί µέ ἄλλες οἰκογένειες προσφύγων σέ µιά ἀποθήκη γιά 2 χρόνια. Φίλη ἐνορίτισσα µέ καταγωγή ἀπό τήν Ἄµφισσα, πού συµµετεῖχε στήν ἐκδροµή µας, µᾶς διαβεβαίωσε ὅτι µέχρι σήµερα ὑποδεικνύουν οἱ συµπατριῶτες της τόν τόπο, ὅπου ἔµειναν οἱ πρόσφυγες καί µαζί τους ὁ µικρός Ἰάκωβος.
Στά τέλη τοῦ 1925 ἡ οἰκογένεια µαζί µέ ἄλλους πρόσφυγες µεταφέρθηκαν στήν Εὔβοια, στό χωριό Φαράκλα, ὅπου καί ἔζησαν 2 χρόνια σέ σκηνές µέχρι νά ἀποκτήσουν µιά πιό µόνιµη κατοικία. Στό Δηµοτικό ὁ µικρός Ἰάκωβος εἶχε ἄριστη ἐπίδοση, ἀγαποῦσε τή µελέτη, εἶχε καί ἱκανότητες. Ὅµως ἔπρεπε νά ἐργαστεῖ στά χωράφια καί παράλληλα νά ἀκολουθήσει τόν πατέρα του στή δουλειά. Ἔτσι ἔγινε µαστορόπουλο. Τά παιδικά χρόνια τοῦ Ἰακώβου ἦταν πραγµατικά πολύ δύσκολα, ὅµως δέν συσσώρευσαν στήν ψυχή του µίσος, µνησικακία ἤ πίκρα. Ἀντίθετα, χάρις στήν ἀνατροφή πού ἔλαβε ἀπό τούς εὐλαβεῖς γονεῖς του ἀλλά κυρίως χάρις στήν ἀγαθή του προαίρεση, κατέκλυζαν τήν ψυχή του αἰσθήµατα ἀγάπης γιά τόν Χριστό, τούς Ἁγίους καί ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους. Τούς καρπούς αὐτῆς τῆς ἀγάπης του τούς γεύτηκαν πρῶτοι οἱ συγχωριανοί του ἀπό τήν ἐποχή πού ἦταν µικρό παιδάκι καί ἔσπευδε νά βοηθήσει ὅποιον εἶχε ἀνάγκη. Ζοῦσε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία µέ ἄσκηση καί προσευχή, ἐργαζόµενος καί παρέχοντας τίς ὑπηρεσίες του πρός ὅλους. Κάποιοι τόν ἐχλεύαζαν, ὅπως συµβαίνει πάντα, γιά τήν συγκροτηµένη καί συγκρατηµένη ζωή του. Οἱ περισσότεροι ὅµως τόν σέβονταν καί τόν ἀγαποῦσαν καί δέν ἦταν λίγοι ἐκεῖνοι πού εἶχαν συνειδητοποιήσει ὅτι κάποτε θά ἔλθει ἡ ὥρα πού θά τόν προσκυνοῦν...
Μετά τό πέρας τῆς στρατιωτικῆς του θητείας ἐπέστρεψε στήν Εὔβοια ἀποφασισµένος πλέον νά ἀκολουθήσει τή µοναχική του κλίση. Ἐπιθυµοῦσε βαθειά νά πάει στούς Ἁγίους Τόπους γιά νά ζήσει στήν ἔρηµο ὡς ἀσκητής, ὅµως ἡ ἄθλια κατάσταση τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ δέν τόν ἄφηνε νά ἡσυχάσει. Τόν Ἅγιο τόν εὐλαβεῖτο ἰδιαίτερα καί τοῦ ἔδωσε τήν ὑπόσχεση νά µείνει στή Μονή ὑπό ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, ὅπως καί ἔγινε. Τόν Νοέµβριο τοῦ 1952 ἔγινε ἡ µοναχική του κουρά ἀπό τόν τότε ἡγούµενο π. Νικόδηµο. Ἀπό τήν ἑπόµενη µέρα τοῦ ἀνετέθησαν ὅλες οἱ εὐθύνες τοῦ µοναστηριοῦ, διότι ὁ ἡγούµενος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε σέ Ναό ἐκτός της Μονῆς, εἶχε διαπιστώσει τίς ἀρετές καί τίς ἱκανότητές του, ἀλλά καί τήν πλήρη ἀφοσίωσή του. Ἀπό τότε ἄρχισαν καί οἱ ποικίλες δοκιµασίες του πού συνεχίστηκαν καί µετά τή χειροτονία του σέ πρεσβύτερο λίγο ἀργότερα. Ἐκτός ἀπό τούς πνευµατικούς του ἀγῶνες εἶχε νά ἀντιµετωπίσει καί τήν σκληρότητα πολλῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί τήν µεγάλη φτώχεια, ἐφ’ ὅσον πολύ συχνά στερεῖτο τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἀγαθῶν. Ὅµως γιά τόν π. Ἰάκωβο τό κάθε τί ἀποτελοῦσε ἀφορµή γιά καλλιέργεια τοῦ ἑαυτοῦ του µέ εἰλικρίνεια καί ἁπλότητα...
Μέ τήν ἀνάληψη τῆς ἡγουµενίας τό 1975 ἀρχίζει ἕνας νέος κύκλος ἀγώνων γιά τόν π. Ἰάκωβο ἀλλά καί µιά νέα περίοδος ἄνθησης τῆς Μονῆς. Οἱ ἀρετές του δέν ἦταν δυνατό νά µείνουν κρυφές καί τό µοναστήρι ἄρχισε σταδιακά νά κατακλύζεται ἀπό πλῆθος κόσµου πού ζητοῦσε τήν εὐλογία του καί τή βοήθειά του. Καί ὁ Γέροντας ἦταν µιά «ἀνοιχτή ἀγκαλιά» γιά ὅλους. Φεύγοντας ὁ καθένας εἶχε δεχθεῖ αὐτό ἀκριβῶς πού χρειαζόταν, προσφορά πνευµατική ἀλλά πολύ συχνά καί ὑλική.
Κάποιοι ἀπό τήν συντροφιά µας πού εἶχαν γνωρίσει τόν Γέροντα Ἰάκωβο θυµήθηκαν τή χαρά πού ἔνιωθαν σέ κάθε τους ἐπίσκεψη, ἀκόµη καί ἄν βαρύνονταν ἀπό πολλά προβλήµατα, ἀλλά καί τήν ἀνησυχία τους ἄν ὁ Γέροντας θά εἶχε χρόνο, λόγῳ τῶν πολλῶν προσκυνητῶν, ἤ ἀκόµη ἄν θά ἦταν καλά στήν ὑγεία του, γιατί ἐπί πολλά ἔτη εἶχε νά παλέψει καί µέ ποικίλες σωµατικές ἀσθένειες. Σήµερα, 26 χρόνια ἀπό τήν κοίµησή του στίς 21 Νοεµβρίου 1991, τά πράγµατα εἶναι πιό... ἁπλά. Ἡ χαρά ἀπό τήν ἐπίσκεψη παραµένει, ἡ ἀνησυχία ὅµως ἔχει ἐκλείψει. Στέκονται οἱ προσκυνητές µπροστά στόν ἀπέριττο τάφο τοῦ Γέροντα πού βρίσκεται στόν περίβολο τῆς Μονῆς καί, χωρίς νά τούς ἀπασχολεῖ ἄν ἔχουν προτεραιότητα γιά νά τούς δεχθεῖ, “συνοµιλοῦν” µαζί του, ὅπως “συνοµιλοῦν” καί µέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ πού τόσο πολύ ὁ Γέροντας ἀγάπησε. Καί ἐκεῖνοι µεταφέρουν τά αἰτήµατά τους στόν Οὐράνιο Πατέρα...
Πρίν τήν ἀναχώρησή µας ἀπαραίτητο εἶναι ἕνα σύντοµο πέρασµα ἀπό τό κελλάκι τοῦ Γέροντα. Γιά νά γνωρίσει κάποιος τούς χώρους πού ἔζησαν οἱ “δυνατοί” τῆς γῆς –κάστρα, πύργους ἤ σύγχρονα οἰκοδοµήµατα– θά πρέπει νά λιώσει ἕνα ζευγάρι παπούτσια. Γιά νά γνωρίσει τό µέρος πού ἔζησε ἕνας Ἅγιος Γέροντας ἀρκεῖ µιά καµαρούλα ἐλάχιστων τετρ. µέτρων ἤ µιά ὀπή τῆς γῆς, ὅπως τό σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ... Φεύγοντας ἀπό τή Μονή, ἡ ὁποία µέ τήν καθοδήγηση τοῦ νέου Ἡγουµένου της ἀκολουθεῖ τήν παράδοση τῶν Ἁγίων της, θά κατευθυνθοῦµε στό Προκόπι, ἐκεῖ ὅπου φιλοξενεῖται τό σκήνωµα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Ρώσου.
Ἕνα παλληκάρι γεννηµένο σέ χωριουδάκι τῆς σηµερινῆς Οὐκρανίας κατά τό 1690 ἦταν ὁ Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος. Γιά τόν οἰκισµό Προκόπι τῆς κεντρικῆς Μικρᾶς Ἀσίας πιθανόν δέν θά εἶχε ἀκούσει ποτέ στή ζωή του, ἀκόµη λιγότερο γιά τήν περιοχή τῆς Εὔβοιας. Κατά τή διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς του θητείας ἡ πατρίδα του, ἡ Ρωσία τοῦ Μεγάλου Πέτρου, τόν κάλεσε νά τήν ὑπερασπιστεῖ σέ πόλεµο µέ τήν Ὀθωµανική Αὐτοκρατορία (1711). Ἄλλοι ἀπό τούς συµπολεµιστές του ἔχασαν τή ζωή τους στόν πόλεµο αὐτό, ἄλλοι ἐπέστρεψαν στήν πατρίδα τους, πολλοί ὅµως συνελήφθησαν αἰχµάλωτοι καί µεταξύ τους ὁ νεαρός Ἰωάννης. Ὅταν ἐπωλήθη ὡς δοῦλος σέ ἕναν Τοῦρκο ἀξιωµατικό, ἦλθε ἡ ὥρα νά γνωρίσει τό Προκόπι τῆς Καππαδοκίας, τόν τόπο διαµονῆς τοῦ ἀφέντη του.
Ἀπό µικρό παιδί εἶχε κλείσει στήν καρδιά του τόν Χριστό, ὅπως ὁ Ὅσιος Δαυΐδ καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, γι’ αὐτό στίς ἀπειλές πού τοῦ ἔγιναν καί στίς ὑποσχέσεις πού τοῦ δόθηκαν γιά νά ἀλλαξοπιστήσει παρέµεινε ἀκλόνητος. Τή δουλεία δέν τήν φοβόταν, γιατί ὑποδούλωνε µόνο τό σῶµα του. Γνώριζε καλά, ὅτι ἀκόµα καί οἱ πιό δύσκολες συνθῆκες δέν µποροῦσαν νά τοῦ στερήσουν τή σχέση του µέ τόν Θεό. Ἔτσι ἐκτελοῦσε µέ προθυµία καί χαρά ὅλα τά καθήκοντά του καί ἰδιαιτέρως τό βασικό, τήν περιποίηση τῶν ζώων. Ἀγαπῶντας τόν Θεό ἀγαποῦσε καί ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἀγάπησε λοιπόν καί τόν ἀφέντη του καί προσευχόταν καθηµερινά γι’ αὐτόν καί τήν οἰκογένειά του. Ἡ τόση ἀγάπη καί ἀφοσίωσή του λύγισαν τήν σκληρή καρδιά τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος θέλησε νά τόν ἀποµακρύνει ἀπό τόν σταῦλο ὅπου µέχρι τότε ἀποτελοῦσε τήν κατοικία του. Ἐκεῖνος ὅµως ἐπέµενε νά µείνει. Κι ἔτσι ἕνας σταῦλος στό Προκόπι τῆς Καππαδοκίας ἔγινε τό κελλάκι τῆς ὁσιακῆς ζωῆς του...
Ἡ εἴδηση τοῦ θανάτου του τόν Μάϊο τοῦ 1730 σκόρπισε τή θλίψη στούς συγχωριανούς του, χριστιανούς καί µουσουλµάνους. Ὅταν µετά ἀπό 3 χρόνια κατά τήν ἐκταφή τό λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο καί εὐωδιάζον, φυλάχθηκε ὡς πολύτιµος θησαυρός στόν Ναό τοῦ χωριοῦ του ὡς τήν ἡµέρα ἐκείνη, ὄχι πολύ ἀργότερα, πού τοποθετήθηκε σέ Ναό κτισµένο πρός τιµήν του. Ἔγινε τόπος προσκυνήµατος, πηγή ἁγιασµοῦ τῶν χριστιανῶν καί πηγή βοηθείας πρός ὅλους. Τό 1832 ὁ Ὀσµᾶν Πασᾶς ξέσπασε τήν ὀργή του στό χωριό Προκόπι προκαλῶντας µεγάλες καταστροφές, ἐξ αἰτίας µιᾶς ἐξέγερσης τοῦ µουσουλµανικοῦ πληθυσµοῦ. Ἀπό τήν ὀργή τοῦ Πασᾶ καί τοῦ στρατεύµατός του δέν διέφυγε τό σκήνωµα τοῦ Ἁγίου, τό ὁποῖο ρίφθηκε στήν φωτιά. Ὅταν τό στράτευµα ἀποχώρησε καί ἡ φωτιά σβήστηκε, οἱ κάτοικοι ἔκπληκτοι διαπίστωσαν ὅτι οἱ φλόγες εἶχαν σεβαστεῖ τό ἅγιο λείψανο, ἀφήνοντας ὅµως ἕνα µαύρισµα ὡς σηµάδι τῆς παρουσίας τους.
Μετά τήν Μικρασιατική Καταστροφή, κατά τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσµῶν, κλήθηκαν καί οἱ χριστιανοί κάτοικοι τοῦ Προκοπίου νά ἐγκαταλείψουν τήν πατρίδα τους. Ὅπως ὅλοι οἱ πρόσφυγες τότε, ἔτσι καί αὐτοί, εἶχαν ὡς πρώτη τους φροντίδα νά µήν ἀφήσουν ἀγαπηµένα πρόσωπα πίσω τους. Πῶς ἦταν δυνατόν νά ἀφήσουν τόν ἀγαπηµένο τους Ἅγιο; Μετέφεραν τό ἱερό του λείψανο µετά ἀπό περιπέτειες στήν Ἑλλάδα καί τό κράτησαν κοντά τους στή νέα τους πατρίδα, στό Προκόπι Εὐβοίας. Ἀπό τότε µέχρι σήµερα φιλοξενεῖται στόν Ναό πού θεµελιώθηκε πρός τιµή του τό 1930 καί ὁλοκληρώθηκε κάποια χρόνια ἀργότερα. Καί ὅπως στό Προκόπι τῆς Καππαδοκίας ἔτσι καί ἐδῶ, στό Προκόπι Εὐβοίας, τό ἅγιο σκήνωµά του ἔγινε τόπος προσκυνήµατος, πηγή ἁγιασµοῦ καί βοηθείας ...
Μετά τό γεῦµα µας σέ κάποια ἀπό τά πολλά ταβερνάκια τοῦ χωριοῦ πολλοί ἐπιστρέφουν στόν Ναό γιά ἕνα τελευταῖο “χαιρετισµό” καί τό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς ἀρχίζει. Μιά ἀκόµη προσκυνηµατική ἐκδροµή φθάνει πρός τό τέλος της. Ἡ ὑπόσχεση γιά τήν ἑπόµενη ἀποσπάσθηκε ἀπό τόν ἀρχηγό µας πάλι χωρίς κόπο. Καί τώρα βρισκόµαστε σέ ἀναµονή...
Ὀλοκληρώνοντας, πρέπει νά κάνουµε µιά σύντοµη διευκρίνιση. Ὁ πλοῦτος τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων µας δέν εἶναι δυνατόν νά κλεισθεῖ µέσα σέ λίγες σελίδες. Γνωρίζουµε ὅτι οἱ ἐλλείψεις εἶναι πολλές. Περιγράφοντας κάποια στιγµιότυπα ἀπό τήν ἐκδροµή µας καί καταγράφοντας κάποιες πτυχές τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων πού ἐπισκεφθήκαµε δέν προσφέρουµε τίποτε ἄλλο παρά, ἴσως, ἕνα µικρό κίνητρο γιά µιά οὐσιαστικότερη γνωριµία µαζί τους...

Εὐανθία Κωλέττη
Θεολόγος