Ἡ Εὐγνωµοσύνη τοῦ Χριστιανοῦ

E.E. 183 Dimitris

Ἡ Εὐγνωµοσύνη τοῦ Χριστιανοῦ


Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐµᾶς ἔχουµε ἀκούσει ἀνθρώπους νά ἐκφράζουν τήν εὐχαρίστησή τους καί τήν εὐγνωµοσύνη τους πρός τό Θεό γιά τά καλά πού ἀπόλαυσαν στή ζωή τους. Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ἔχουµε ἐπίσης γνωρίσει ἄλλους πού ὁ,τιδήποτε κι ἄν ἔχουν δέν τό ἐκτιµοῦν καί ὁµολογοῦν συνέχεια τίς συµφορές πού τούς ἔχει «φορτώσει» ἡ ζωή.
Τί εἶναι ὅµως αὐτό πού κάνει ἄλλους γιά ὁλόκληρη τή ζωή τους νά εὐχαριστοῦν τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους καί ἄλλους γιά κάτι πού ἁπλῶς τούς δυσκολεύει ἤ τούς βγάζει ἀπό τή «βολή» τους νά γογγύζουν, νά δυσαρεστοῦνται καί νά διαµαρτύρονται;
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ στάση τῶν δύο αὐτῶν κατηγοριῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετική. Τί σηµαίνει αὐτό; Ὁ ἄνθρωπος πού εὐχαριστεῖ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους γιά ὁλόκληρη τήν ζωή πού ἔζησε εἶναι ἕνας εὐγνώµων ἄνθρωπος. Ὁ ἄλλος πού δυσαρεστεῖται καί δυσκολεύεται ἔχει ἐνστερνιστεῖ µία ἄλλη στάση, διαφορετική ἀπό τήν πρώτη.


Τί εἶναι ὅµως ἡ εὐγνωµοσύνη; Ἡ εὐγνωµοσύνη εἶναι κάτι πού θεωρεῖται δεδοµένο στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας µας. Σέ πάµπολλα σηµεῖα στίς Ἀκολουθίες της καί στά τροπάριά της ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη τήν Ἁγία Γραφή αὐτή ἡ ἔννοια προϋποτίθεται καί διαποτίζει τόν νοῦ καί τήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων πού πιστεύουν στόν Θεό. Μέσα στήν Ἁγία Γραφή σέ ὁλοκληρωµένες προσωπικότητες καί µόνο σέ πιστούς στόν Θεό ἀνθρώπους συναντᾶται, ἐνῶ σέ ἀνθρώπους πού πιστεύουν στόν ἑαυτό τους καί ὄχι στόν Θεό ἀπουσιάζει.
Σέ ἕνα ἀναστάσιµο τροπάριο τῶν Αἴνων, ἀναφέρεται:
«Τί ἀνταποδώσωµεν τῷ Κυρίῳ, περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡµῖν; δι’ ἡµᾶς Θεός ἐν ἀνθρώποις· διά τήν καταφθαρεῖσαν φύσιν, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡµῖν· πρός τούς ἀχαρίστους ὁ Εὐεργέτης· πρός τούς αἰχµαλώτους ὁ Ἐλευθερωτής· πρός τούς ἐν σκότει καθηµένους ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης· ἐπί τόν σταυρόν ὁ ἀπαθής· ἐπί τόν ᾅδην τό Φῶς· ἐπί τόν θάνατον ἡ Ζωή· ἡ ἀνάστασις διά τούς πεσόντας· πρός Ὅν βοήσωµεν· ὁ Θεός ἡµῶν δόξα Σοι».
Αὐτό τό τροπάριο κατεξοχήν προϋποθέτει τήν εὐγνωµοσύνη καί διδάσκει ὅτι γιά τούς Χριστιανούς ἡ εὐγνωµοσύνη δέν εἶναι ἕνα ἁπλό συναίσθηµα ἀλλά πηγάζει ἀπό τήν λογική καί ἀπό τήν πίστη στόν ἀληθινό Τριαδικό Θεό µας καί ἀπό ὅλα αὐτά πού ἔκανε ἀλλά καί ἐξακολουθεῖ νά κάνει γιά ἐµᾶς. Ὅλοι οἱ ἄλλοι λόγοι γιά τούς ὁποίους ὁ κάθε ἄνθρωπος ξεχωριστά καί ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα συνολικά, ὀφείλουµε εὐγνωµοσύνη στόν Θεό, ἀπορρέουν ἀπό αὐτούς τούς λόγους –καί ἀπό πολλούς ἄλλους– πού ἀναφέρει τό τροπάριο.
Ὁ σπουδαιότερος καί σηµαντικότερος λόγος γιά νά εὐχαριστοῦµε καί νά εὐγνωµονοῦµε τόν Θεό εἶναι γιά τό γεγονός ὅτι καταδέχτηκε ἀπό τήν πολλή ἀγάπη Του νά ἔρθει ἀνάµεσά µας. Καί αὐτό φυσικά γιά ἐµᾶς τούς Χριστιανούς δέν θά γινόταν ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ Παναγία Μητέρα Του. Ὅλη ἡ ζωή, ὅλη ἡ εὐτυχία, ὅλη ἡ χαρά, ὅλη ἡ εὐφροσύνη ἀπορρέει ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Δηµιουργός τῶν ἁπάντων ἦρθε ἀνάµεσά µας. Αὐτό τό γεγονός καί µόνο ἀποτελεῖ µία διαρκῆ πηγή εὐχαριστίας καί εὐγνωµοσύνης ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας µαζί καί τοῦ καθενός ἀνθρώπου ξεχωριστά πρός τόν φιλάνθρωπο Δηµιουργό του. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν πιστεύει, δέν µπορεῖ νά συµµετάσχει σ’ αὐτό τό µοναδικό, ζωοποιό καί ζωτικό, θεῖο γεγονός καί ἄρα εἶναι δυστυχής καί παραµένει ἀγνώµων.
Περισσότερη καί µεγαλύτερη ἀποδεικνύεται ἡ φιλανθρωπία καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐµεῖς εἴχαµε χωριστεῖ καί ἀποστραφεῖ τόν Θεό (λόγῳ τῆς παρακοῆς µας), γι’ αὐτό, ὅπως λέει τό τροπάριο ἦρθε «πρός τούς ἀχαρίστους ὁ Εὐεργέτης». Ἤµασταν αἰχµάλωτοι ἀπό τό κακό καί τίς κακές ἐπιλογές µας γι’ αὐτό ἦρθε «πρός τούς αἰχµαλώτους ὁ Ἐλευθερωτής». Βασίλευε ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπουσία τοῦ καλοῦ καί τῆς εὐτυχίας, γι’ αὐτό ἐµφανίστηκε πρός τούς «ἐν σκότει καθηµένους, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης».
Καί ὄχι µόνο ἦρθε καί φανερώθηκε ἀλλά καί ἀνέβηκε «ἐπί τόν σταυρόν ὁ ἀπαθής», καταδέχτηκε ἀτιµωτικό θάνατο, ἀλλά καί κατέβηκε «ἐπί τόν Ἄδην, τό Φῶς», φώτισε καί ἐλευθέρωσε τούς πρό Αὐτοῦ κεκοιµηµένους, ἀφοῦ ὑπέστη καί συνάντησε «τόν θάνατον, ἡ Ζωή», Αὐτός πού εἶναι ἡ «Ἀνάστασις διά τούς πεσόντας». Πῶς µετά ἀπό τήν συνειδητοποίηση ὅτι ἔχουµε ἕναν τέτοιο Θεό, νά µήν αἰσθανόµαστε τή διάθεση νά Τόν εὐχαριστήσουµε, νά Τόν εὐγνωµονήσουµε, νά Τόν δοξάσουµε;
Ἡ εὐγνωµοσύνη εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τό νά λές ἁπλῶς µέ τό στόµα εὐχαριστῶ ἤ νά ἔχεις ἁπλῶς καλούς τρόπους. Ἡ εὐγνωµοσύνη γιά πολλούς δέν εἶναι ἕνα ἁπλό συναίσθηµα πού πηγάζει ἀπό µέσα µας. Γιά τόν Χριστιανό εἶναι µιά ἐπιλογή καί στάση ζωῆς. Πρῶτα πρῶτα προϋποθέτει ἄνθρωπο πού καταλαβαίνει, κατανοεῖ καί ἀξιολογεῖ τήν ζωή γύρω του. Αὐτή ἡ στάση ζωῆς εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεµένη µέ τήν πίστη µας στόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του πρός ἐµᾶς.
Ἡ εὐγνωµοσύνη πού δέν νοεῖται ξεκοµµένη ἀπό τήν σχέση µας, πρῶτα µέ τόν Θεό καί µετά µέ τούς ἀνθρώπους, µᾶς βοηθᾶ νά ἐκτιµοῦµε καλῶς τά πράγµατα καί νά ξεπερνᾶµε δύσκολες καταστάσεις. Ὅταν ζυγίζεις τά πράγµατα καί ξέρεις ὅτι ὅλα προέρχονται ἀπό τόν Θεό καί ἔχουν ἕνα καλό σκοπό καί βλέπεις γύρω σου συνανθρώπους µέ χίλιες δυό ἀνάγκες, τότε σίγουρα θά βρεῖς πολλές ἀφορµές γιά νά εἶσαι εὐγνώµων καί θά εἶσαι εὐχαριστηµένος καί θά ἐκτιµᾶς σωστά τά πράγµατα, χωρίς νά θεωρεῖς ὅλα τά πράγµατα δεδοµένα. Ἐπειδή ὅταν αἰσθάνεσαι αὐτή τή χαρά, δέν ἔχεις ἄγχος, νοιώθεις κατ’ ἐπέκταση ἱκανοποίηση γιά τήν ζωή πού µᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Θεός, ἀναπτύσσεις τίς σχέσεις σου ὑγιῶς µέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό τά πρῶτα πού ὠφελοῦνται µέ τό αἴσθηµα τῆς εὐγνωµοσύνης εἶναι τά παιδιά. Τά παιδιά εἶναι τά πρῶτα πού πρέπει νά διδάσκονται πρωτίστως τήν σχέση τους µέ τόν Θεό καί τήν εὐγνωµοσύνη τους πρός Αὐτόν.
Τά παιδιά πού µαθαίνουν ὅτι ὅλα προέρχονται ἀπό τόν Θεό καί αἰσθάνονται εὐγνωµοσύνη, κατανοοῦν τά συναισθήµατα καί τίς ἀνάγκες τῶν ἄλλων, µπαίνουν στή θέση τους καί εἶναι εὐχαριστηµένα καί εὐτυχισµένα. Αὐτά τά παιδιά δέν ξοδεύουν χρόνο µέ τό νά συγκρίνουν τόν ἑαυτό τους µέ τούς ἄλλους γιά νά δοῦν τί τούς λείπει, ἀλλά ὄντας αὐτά ἱκανοποιηµένα καί πλήρη µέ αὐτά πού ἔχουν δέν βασανίζονται µέ τό αἴσθηµα τῆς ζήλειας.
Πάµπολλες εἶναι οἱ ἀφορµές γιά νά αἰσθανθεῖ κανείς εὐγνωµοσύνη πρός τόν Θεό. Γι’ αὐτό καί σέ µία εὐχή τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφέρει ὁ Ἱερεύς ὅτι εὐχαριστοῦµε τόν Θεό «ὑπέρ πάντων ὧν ἴσµεν καί ὧν οὐκ ἴσµεν» καθ’ ὅσον δέν εἶναι ὅλες οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρός ἐµᾶς κατανοητές καί ἀντιληπτές. Τόν εὐχαριστοῦµε δηλαδή καί γιά ὅσα γνωρίζουµε ὅτι µᾶς χορηγεῖ, µᾶς χαρίζει καί µᾶς προσφέρει ἀπό τήν ἀγάπη Του χωρίς νά ἔχει ὁ Ἴδιος ἀνάγκη ἀπό τήν δική µας µικρότητα ἀλλά καί γιά ὅσα δέν γνωρίζουµε, δέν ἀντιλαµβανόµαστε ὅπως π.χ. ἀπό πόσους κινδύνους καί περιστάσεις µᾶς προστατεύει κάθε στιγµή.
Ἐνῶ οἱ ἅγιοί µας ἔχουν γράψει καί ἀναφέρονται στίς ὁµιλίες τους σέ ὅλα τά θέµατα πού ἀφοροῦν τόν ἄνθρωπο στήν ἐπίγεια ζωή του δέν ὑπάρχουν, ἀπ’ ὅσο τοὐλάχιστον γνωρίζω, ὁµιλίες περί εὐγνωµοσύνης. Αὐτό, νοµίζω, ὀφείλεται καί στό γεγονός ὅτι ἡ εὐγνωµοσύνη δέν ἀποτελεῖ ἀρετή, εἶναι κάτι φυσικό. Εἶναι µιά ὑγιής ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπου. Στίς ἡµέρες µας ὅµως πού ὁ ἄνθρωπος νοσεῖ βαθύτατα, λόγῳ τῆς γενικευµένης ἀθεΐας καί κατάπτωσης πού περνᾶ ἡ πατρίδα µας καί οἱ αὐτονόητες καί φυσικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρώπου τείνουν νά ἐκλείψουν.
Παρ’ ὅλα αὐτά ὅµως γιά ἕναν ὑγιῆ, κατά Θεόν, ἄνθρωπο τό κάθε τί ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ φύση, ὁ ἥλιος, τά δέντρα, τά φυτά, ἡ θάλασσα, τό φεγγάρι, αὐτά ἀκόµη τά µικροσκοπικά πού δέν εἶναι ὁρατά µέ γυµνό µάτι ἀλλά καί ὅλη ἡ ἀόρατη δηµιουργία, «διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ» καί κινοῦν καί παρακινοῦν ὁλόκληρη τήν ἔλλογη κτίση, ἀκόµα καί τούς πιό ὀκνηρούς, στήν δοξολογία τοῦ µόνου, ἀληθινοῦ, Τριαδικοῦ Θεοῦ µας.

Δηµ. Νεαπολίτης