Διαφωτισμὸς μὲ ...τσαντὸρ

Ἦταν κάποτε ἡ κυρία Κατερίνα. Ἀρχοντική, ψηλή, εὐθυτενής, παρότι βάραιναν τοὺς ὤµους της 80 καὶ πλέον χρόνια. Ζοῦσε στὴ γενέτειρά της, σὲ ἕνα λιλιπούτειο νησάκι τοῦ Ἰονίου καὶ ἐρχόταν κάποιες φορὲς στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ παιδιά της καὶ τὶς ἐγγονές της, γειτονοποῦλες καὶ φίλες ἀγαπηµένες ἀπὸ τὴν... προσχολικὴ ἡλικία, συνδυάζοντας καὶ κάποια ἀπαραίτητη ἐπίσκεψη σὲ γιατρούς. Καθόµασταν τριγύρω της στὴν κοινή µας αὐλὴ καὶ ἀκούγαµε τὶς διηγήσεις της. Τὴν κ. Κατερίνα δὲν τὴν φέρνουµε στὴ µνήµη µας πιὰ συχνά, παρὰ µόνο ὅταν µὲ τὶς ἐγγονές της –φίλες καλὲς µέχρι σήµερα– ἀναµοχλεύοντας κάποιες στιγµὲς τὸ παρελθόν, θυµόµαστε τὰ παιδικά µας χρόνια, τὰ ἀθῶα, τὰ ἀµέριµνα. Τὴν ἔφερα στὴ µνήµη µου, ὅµως, πρόσφατα διαβάζοντας σὲ ἕνα «πασχαλινὸ» διήγηµα τοῦ Παπαδιαµάντη, τὴ Βλαχοπούλα, µιὰ ὄµορφη περιγραφή του: «Ἡ γραία ἐκοιµᾶτο καὶ ὠνειρεύετο τὴν Φλώραν της στολισµένην καὶ εὔµορφην νύµφην, φοροῦσαν τσεµπέρι καὶ ποδιὰν καὶ σιγούνι καὶ ὑποκάµισον κεντητόν...». Τὴν ἔφερα στὴ µνήµη µου σχεδὸν ὁλοζώντανη µετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν περιγραφή, γιατί παρέλειψα νὰ ἀναφέρω ὅτι ἡ κ. Κατερίνα φοροῦσε ἀκόµη τὴν τοπικὴ ἐνδυµασία τοῦ νησιοῦ της, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες γυναῖκες –καὶ νεώτερές της– στὸ µικρό της χωριουδάκι. Ὁ σκιαθίτης συγγραφέας ἀναφέρεται στὴν παράδοση τοῦ δικοῦ του νησιοῦ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ στὴν αὐγὴ τοῦ 20ου αἰῶνα. Ἀλλὰ ἡ κ. Κατερίνα καὶ οἱ συγχωριανές της ἦταν µιὰ ζωντανὴ πραγµατικότητα στὰ µέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ‘70. Εὐτυχῶς γιὰ ἐκείνη ἔζησε καὶ πέθανε στό, ἄγνωστο στοὺς πολλούς, καταπράσινο νησάκι της –ἐνῶ ὁ διπλανὸς Σκορπιὸς ἦταν παγκοσµίως γνωστὸς ὡς ἰδιοκτησία τοῦ Ὠνάση τότε– καὶ δὲν χρειάστηκε νὰ προβληµατιστεῖ ἂν ἔπρεπε νὰ ἀλλάξει κάτι στὴν ἐµφάνισή της. Γιὰ µιὰ ἄλλη, ὅµως, νεώτερη συγγενῆ της ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριὸ οἱ συνθῆκες δὲν ἦταν οἱ ἴδιες. Ἐκείνη ἔπρεπε νὰ µετακοµίσει µὲ τὴν οἰκογένειά της στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ ἐξελιγµένη πρωτεύουσα δὲν σήκωνε τέτοιου εἴδους διαφορετικότητες. Τέτοιου εἴδους δὲν σηκώνει µᾶλλον καὶ σήµερα... Θυµᾶµαι τὴν ἐσωτερική της πάλη καὶ τὸν πόνο της µέχρι τελικὰ νὰ ἀποφασίσει νὰ ἐγκαταλείψει ἕνα «κοµµάτι» τοῦ ἑαυτοῦ της, νὰ φορέσει ροῦχα Εὐρωπαϊκά, νὰ γίνει µιὰ «ἄλλη»....

Περισσότερα...

Ἀναστάσιμοι Στοχασμοὶ

μὲ τὸ τέλος τῆς Πανηγύρεως

«Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγ­ής...»

Τὸ νὰ μένεις μόνος μέσα στὸ ναὸ ποὺ ἔχει πιὰ κενωθεῖ ἀπὸ τοὺς πιστούς, σὲ ὧρες μεταμεσονύχτιες τὴ «σωτήριο καὶ φωταυγὴ» Νύχτα τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἀναμφίβολα ἕνα προνόμιο καὶ μιὰ ἐμπειρία ποὺ ἐλάχιστοι, πιστεύω, τὴ βιώνουν καὶ τὴ χαίρονται. Γιατὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν ἥσυχη χρονικὴ περίοδο, παρέχεται στὸν ἐφημέριο ἡ εὐκαιρία, ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία, νὰ συμμαζέψει λίγο τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ κάμει τὸν ἀπολογισμό του: ἀπολογισμὸ χρέους ἀπέναντι στὸν Κύριο Ἰησοῦ ποὺ τοῦ χάρισε κι ἐφέτος τὴν κορυφαία αὐτὴ εὐκαιρία, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του.

Ἔτσι τὶς στιγμὲς ποὺ κάθεται νὰ ξαποστάσει ἀπὸ τὴν πολυήμερο ἔνταση-φυσικὴ ἔνταση λόγῳ τῶν καταιγιστικῶν ἀλλαγῶν μέσα σὲ μιὰ ἑβδομάδα- ἀφήνεται γιὰ λίγο σὲ κάποιους στοχασμούς καὶ διαπιστώσεις. Ποὺ τοῦ χρειάζονται ἄλλωστε. Γιατὶ δὲν εἶναι καὶ λίγες οἱ ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἀφαιρέσει κάθε ἰκμάδα κατανύξεως καὶ βιωματικῆς προσεγγίσεως τῶν ὅσων διαδραματίζονται ὅλη τὴ Μ. Ἑβδομάδα καὶ κορυφώνονται τὸ Μ. Σάββατο τὸ βράδυ, μέχρι, δηλαδή, νὰ εἰπωθεῖ τό, «Δόξᾳ τῇ Ἁγίᾳ καὶ Ὁμοουσίῳ καὶ Ἀδιαιρέτω Τριάδι...» καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ εἰσοδεύσουμε συγκινημένοι στὴν «Πανέορτο νύκτα καὶ φωταυγῆ, τὴ Νύκτα τῆς Ἐγέρσεώς Του..».

Περισσότερα...