Χρήση Θρησκευτικῶν Συµβόλων στό χῶρο Ἐργασίας

Τό Δ.Ε.Ε. & Ὑπόθεση Commune d’ Ans

 

Χρήση Θρησκευτικῶν Συµβόλων
 στό χῶρο Ἐργασίας
 

Τό Δικαστήριο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης (στό ἑξῆς Δ.Ε.Ε.) µέ πρόσφατη ἀπόφασή του1 ἀναγνώρισε στίς δηµόσιες ἀρχές τό «δικαίωµα» νά ἀπαγορεύουν στό σύνολο τῶν ἐργαζοµένων τους τή χρήση θρησκευτικῶν συµβόλων. Ἡ ἀπόφαση ἐλήφθη µέ ἀφορµή τήν ἰσλαµική µαντίλα («χιτζάµπ»), ἀφορᾶ ὅµως ὅλα τά θρησκευτικά σύµβολα, ἑποµένως καί τό Σταυρό.

Ἡ ἐνάγουσα τῆς κύριας δίκης, O.P., ἐργάζεται στό Δῆµο Ans στό Βέλγιο ἀπό τό 2016 ὡς προϊσταµένη γραφείου, κατά κανόνα χωρίς νά ἔρχεται σέ ἐπαφή µέ τούς πολῖτες («back office»). Ἀρχικά ἐργαζόταν χωρίς νά φέρει κανένα θρησκευτικό σύµβολο ἱκανό νά ἀποκαλύψει τίς θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Στίς 8 Φεβρουαρίου 2021 ὑπέβαλε γραπτό αἴτηµα ζητῶντας νά τῆς ἐπιτραπεῖ νά φοράει «καλύπτρα στό χῶρο ἐργασίας». Δέν εἶναι ἀνεκδιήγητο τό νά πρέπει ἕνας ἄνθρωπος νά ὑποβάλει γραπτό αἴτηµα στήν ὑπηρεσία του ζητῶντας τήν ἄδεια νά φέρει ἕνα σύµβολο τῆς πίστης του;

Τό ἁρµόδιο διοικητικό συµβούλιο τοῦ Δήµου (στό ἑξῆς δηµοτικό συµβούλιο) ἀπέρριψε τό αἴτηµα τῆς O.P., καί µάλιστα µέ δύο διαδοχικές ἀποφάσεις του: µέ τήν προσωρινή ἀπόφαση τῆς 18ης Φεβρουαρίου 2021 καί µέ τήν ὁριστική ἀπόφαση τῆς 26ης Φεβρουαρίου 2021. Στή συνέχεια, στίς 29 Μαρτίου 2021, τροποποίησε τόν κανονισµό ἐργασίας του, εἰσάγοντας µέ τό ἄρθρο 9 τοῦ νέου κανονισµοῦ τή λεγόµενη ὑποχρέωση «ἀποκλειστικῆς οὐδετερότητας». Ἀναλυτικά, τό ἄρθρο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐργαζόµενος ἔχει τήν ἐλευθερία τῆς ἔκφρασης, τηρουµένης τῆς ἀρχῆς τῆς οὐδετερότητας, τῆς ὑποχρεώσεως διακριτικότητας καί τοῦ καθήκοντος πίστης. Ὁ ἐργαζόµενος ὀφείλει νά σέβεται τήν ἀρχή τῆς οὐδετερότητας, ὅπερ σηµαίνει ὅτι πρέπει νά ἀπέχει ἀπό κάθε µορφή προσηλυτισµοῦ καί νά µή φέρει ὁποιοδήποτε ἐµφανές σύµβολο ἀπό τό ὁποῖο ἐνδέχεται νά προκύπτουν τά ἰδεολογικά ἤ φιλοσοφικά φρονήµατά του ἤ οἱ πολιτικές ἤ θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Ὁ κανόνας αὐτός τόν δεσµεύει τόσο στίς ἐπαφές του µέ τό κοινό, ὅσο καί στίς σχέσεις του µέ τούς ἱεραρχικῶς προϊσταµένους καί τούς συναδέλφους του».

Παρατηροῦµε, ὅτι τό διοικητικό συµβούλιο ἀπαγόρευσε στήν ἐργαζόµενη νά φέρει τήν ἰσλαµική µαντίλα, µέ βάση ὄχι ἕναν προϋφιστάµενο κανονισµό ἐργασίας, ἀλλά ἕναν κανονισµό πού θεσπίστηκε σχεδόν δύο µῆνες µετά τήν ὑποβολή τοῦ αἰτήµατός της. Ὁ κανονισµός αὐτός ἐφαρµόστηκε ἀναδροµικά στήν περίπτωση τῆς O.P. τήν ὁποία (περίπτωση) οὐσιαστικά «φωτογράφισε». Ἀκόµα καί ἕνας πρωτοετής φοιτητής Νοµικῆς γνωρίζει, ὅτι αὐτή ἡ πρακτική δέν µπορεῖ νά ὀνοµάζεται Δικαιοσύνη.

Ἡ ἐνδιαφερόµενη ἄσκησε ἐνώπιον τοῦ πρωτοβάθµιου δικαστηρίου ἐργατικῶν διαφορῶν τῆς Λιέγης ἀγωγή γιά ἄρση τῆς προσβολῆς καί παράλειψή της στό µέλλον βάλλοντας κατά τῶν δύο ἀπορριπτικῶν ἀποφάσεων τοῦ δηµοτικοῦ συµβουλίου. Ζήτησε νά ἀναγνωριστεῖ ἀπό τό δικαστήριο, ὅτι ἡ ἀπαγόρευση χρήσης µαντίλας συνιστᾶ παραβίαση τῆς θρησκευτικῆς της ἐλευθερίας καί δυσµενῆ διάκριση σέ βάρος της.

Τό δικάζον δικαστήριο ὑπέβαλε στό Δ.Ε.Ε. προδικαστικό ἐρώτηµα δυνάµει τοῦ ἄρθρου 267 τῆς Συνθήκης γιά τή Λειτουργία τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Τό συγκεκριµένο ἄρθρο προβλέπει τή διαδικασία τῆς λεγόµενης «προδικαστικῆς παραποµπῆς». Ἡ προδικαστική παραποµπή εἶναι ἡ δυνατότητα πού παρέχεται στά δικαστήρια τῶν κρατῶν-µελῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης (στό ἑξῆς Ε.Ε.) νά ὑποβάλλουν στό Δ.Ε.Ε. προδικαστικό ἐρώτηµα ἐπί τῆς ἑρµηνείας τοῦ Ἑνωσιακοῦ Δικαίου ἤ ἐπί τοῦ κύρους καί τῆς ἑρµηνείας κάποιας πράξης ὀργάνου τῆς Ε.Ε. Συνιστᾶ στήν οὐσία, ὄχι εὐθεῖα προσφυγή, ἀλλά συνεργασία τοῦ Δ.Ε.Ε. καί τοῦ ἐθνικοῦ δικαστῆ. Στόν τελευταῖο ἐναπόκειται νά ἐπιλύσει τή διαφορά πού ἐκκρεµεῖ ἐνώπιόν του, λαµβάνοντας ὑπόψη τήν ἀπόφαση τοῦ Δ.Ε.Ε. «Ἡ ἀπόφαση αὐτή δεσµεύει, ὁµοίως, ὅλα τά δικαστήρια ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἀνακύπτει παρόµοιο ζήτηµα»2.

Στήν ἐξεταζόµενη ὑπόθεση, τό δικάζον δικαστήριο ρώτησε, ἐάν ὁ κανόνας τῆς αὐστηρῆς οὐδετερότητας, πού εἰσήχθη µέ τόν κανονισµό τοῦ διοικητικοῦ συµβουλίου εἰσάγει δυσµενῆ διάκριση ἀντιβαίνουσα στό δίκαιο τῆς Ε.Ε.

Τό Δ.Ε.Ε. ἀπάντησε ὅτι «ἡ πολιτική αὐστηρῆς οὐδετερότητας τήν ὁποία ἐπιβάλλει µιά δηµόσια ἀρχή στούς ἐργαζοµένους της προκειµένου νά ἐγκαθιδρύσει στό ἐσωτερικό της ἕνα ἀπολύτως οὐδέτερο θρησκευτικό περιβάλλον µπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὅτι δικαιολογεῖται ἀντικειµενικῶς ἀπό θεµιτό σκοπό. Ἐξίσου δικαιολογηµένη εἶναι ἡ ἐπιλογή ἄλλης δηµόσιας ἀρχῆς ὑπέρ µιᾶς πολιτικῆς ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τή γενική καί χωρίς διαφοροποιήσεις χρήση ἐµφανῶν συµβόλων πεποιθήσεων, µεταξύ ἄλλων δέ φιλοσοφικῶν ἤ θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, ἀκόµη καί στήν περίπτωση τῶν ἐπαφῶν µέ τούς χρῆστες, ἤ ἡ τυχόν ἀπαγόρευση χρήσης τέτοιων συµβόλων µόνο σέ περιπτώσεις πού συνεπάγονται τέτοιες ἐπαφές.

Πράγµατι, τά κράτη µέλη καί οἱ τοπικές ἤ περιφερειακές ὀντότητες, στό πλαίσιο τῶν ἁρµοδιοτήτων τους, διαθέτουν περιθώριο ἐκτιµήσεως ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀντίληψη περί οὐδετερότητας τῆς δηµόσιας ὑπηρεσίας τήν ὁποία προτίθενται νά προωθήσουν στόν χῶρο ἐργασίας, ἀνάλογα µέ τό δικό τους ἰδιαίτερο πλαίσιο. Πάντως, ὁ σκοπός αὐτός πρέπει νά ἐπιδιώκεται κατά τρόπο συνεπῆ καί συστηµατικό, τά δέ µέτρα πού λαµβάνονται γιά τήν ἐπίτευξή του πρέπει νά περιορίζονται στό ἀπολύτως ἀναγκαῖο µέτρο»3.

Κατέληξε στό συµπέρασµα ὅτι «ἐσωτερικός κανόνας δηµοτικῆς ἀρχῆς ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει, γενικῶς καί ἀδιακρίτως, στά µέλη τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐν λόγῳ ἀρχῆς τήν ἐµφανῆ χρήση, στό χῶρο ἐργασίας, οἱουδήποτε συµβόλου ἀποκαλύπτει, µεταξύ ἄλλων, φιλοσοφικές ἤ θρησκευτικές πεποιθήσεις µπορεῖ νά δικαιολογηθεῖ ἀπό τή βούληση τῆς ἐν λόγῳ ἀρχῆς νά καθιερώσει, συνεκτιµῶντας τό δικό της ἰδιαίτερο πλαίσιο, ἕνα ἀπολύτως οὐδέτερο διοικητικό περιβάλλον, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ὁ συγκεκριµένος κανόνας εἶναι πρόσφορος, ἀναγκαῖος καί ἀναλογικός σέ σχέση µέ τό πλαίσιο αὐτό καί λαµβανοµένων ὑπόψη τῶν διαφόρων δικαιωµάτων καί συµφερόντων πού ἐµπλέκονται»4.

Ποιά εἶναι στήν ἐξεταζόµενη ὑπόθεση τά συµφέροντα πού ἐµπλέκονται; Ἀφ’ ἑνός ἡ «ἐλευθερία σκέψης συνείδησης καί θρησκείας». Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ἐπιδίωξη τῶν κρατῶν νά ἐπιβάλλουν «ἕνα ἀπολύτως οὐδέτερο (διοικητικό) περιβάλλον».

Ἡ «ἐλευθερία σκέψης συνείδησης καί θρησκείας» κατοχυρώνεται στούς Καταστατικούς Χάρτες τῶν κρατῶν µελῶν τῆς Ε.Ε., καθώς καί σέ διεθνῆ κείµενα. Κατοχυρώνεται µάλιστα καί στό ἄρθρο 10 τοῦ Χάρτη Θεµελιωδῶν Δικαιωµάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ὡς ἑξῆς: «1. Κάθε πρόσωπο ἔχει δικαίωµα στήν ἐλευθερία σκέψης, συνείδησης καί θρησκείας. Τό δικαίωµα αὐτό συνεπάγεται τήν ἐλευθερία µεταβολῆς θρησκεύµατος ἤ πεποιθήσεων καθώς καί τήν ἐλευθερία ἐκδήλωσης τοῦ θρησκεύµατος ἤ τῶν πεποιθήσεών του, ἀτοµικά ἤ συλλογικά, δηµοσία ἤ κατ’ ἰδίαν, µέ τή λατρεία, τήν ἐκπαίδευση, τήν ἄσκηση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καί τίς τελετές. 2. Τό δικαίωµα ἀντίρρησης συνειδήσεως ἀναγνωρίζεται σύµφωνα µέ τίς ἐθνικές νοµοθεσίες πού διέπουν τήν ἄσκησή του».

Ἡ δέ ἐπιδίωξη τῶν κρατῶν νά ἐπιβάλλουν «ἕνα ἀπολύτως οὐδέτερο περιβάλλον», γνωστή καί ὡς «ἀρχή τῆς οὐδετερότητας» δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ἡ παγκόσµια κρατική ἐπιβολή τῆς ἀθεΐας. Ἡ «πολιτική τῆς αὐστηρῆς οὐδετερότητας» κρίνεται ἀπό τό Δ.Ε.Ε. ὡς θεµιτή, παρ’ ὅτι καταστρατηγεῖ πλήρως τήν ἐλευθερία ἔκφρασης τῶν πολιτῶν. Διότι ἄν ἀπαγορεύεται τό ἔλασσον, πού εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση τῶν πεποιθήσεων διά τῆς χρήσης συµβόλων, πολύ περισσότερο θά ἀπαγορεύεται τό µεῖζον, ἡ ἔκφραση τῶν πεποιθήσεων προφορικά ἤ διά τοῦ Τύπου. Ἑποµένως µέ ποιό τρόπο θά ἀσκοῦν οἱ πολῖτες τήν ἐλευθερία ἔκφρασης; Ἁπλούστατα, µέ κανένα! Ὁ στόχος τῶν κρατῶν (καί τῆς Ε.Ε.) στήν πραγµατικότητα εἶναι νά µετατραποῦν οἱ ἄνθρωποι σέ παθητικά, ἄβουλα ὄντα, γιά νά µποροῦν εὔκολα νά χειραγωγοῦνται!

Τό ἐρώτηµα πού ἀβίαστα προκύπτει εἶναι τό ἑξῆς: Τό Δ.Ε.Ε. ἀπό ποῦ ἀντλεῖ τήν ἐξουσία νά ἐλέγχει τό τί φοροῦν οἱ ἄνθρωποι καί πῶς ἐκδηλώνουν τίς πεποιθήσεις τους; Στήν πραγµατικότητα στερεῖται δηµοκρατικῆς νοµιµοποίησης, ὅπως ὅλα τά ὄργανα τῆς Ε.Ε.

Εἶναι γνωστό τό λεγόµενο «δηµοκρατικό ἔλλειµµα» τῶν θεσµῶν τῆς Ε.Ε. Στήν ἴδια τήν ἱστοσελίδα τῆς Ε.Ε. διαβάζουµε: «Τό «δηµοκρατικό ἔλλειµµα» εἶναι ἕνας ὅρος πού ὑποδηλώνει µιά κατάσταση ὅπου τά θεσµικά ὄργανα καί οἱ διαδικασίες λήψης ἀποφάσεών τους ἐνδέχεται νά παρουσιάζουν ἔλλειµµα δηµοκρατίας καί λογοδοσίας. Στήν περίπτωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης (ΕΕ), ἀναφέρεται σέ ἕνα αἴσθηµα ἔλλειψης προσβασιµότητας ἤ ἔλλειψης ἐκπροσώπησης τοῦ ἁπλοῦ πολίτη στά θεσµικά ὄργανα τῆς ΕΕ —µιά αἴσθηση ὅτι ὑπάρχει χάσµα µεταξύ τῶν ἐξουσιῶν αὐτῶν τῶν θεσµικῶν ὀργάνων καί τῶν πολιτῶν, πού νιώθουν ἀδύναµοι νά ἐπηρεάσουν τίς ἀποφάσεις αὐτῶν τῶν ὀργάνων»5. Οἱ πολῖτες τῆς Ε.Ε. πράγµατι αἰσθάνονται –καί εἶναι–  ἀδύναµοι νά ἐπηρεάσουν τίς ἀποφάσεις τῶν θεσµικῶν ὀργάνων της. Σάν νά µήν ἦταν αὐτό ἀρκετό, ὑφίστανται καί καταστρατήγηση τῶν δικαιωµάτων τους ἀπό τίς ἀποφάσεις τῶν ὀργάνων αὐτῶν, οἱ ὁποῖες (ἀποφάσεις) εἶναι δεσµευτικές γιά τά κράτη µέλη! Ἰδού µία σύγχρονη περιγραφή τῆς ἀπολυταρχίας.

Ἡ σύγχρονη ἀπολυταρχία ἐξαγγέλλει πολύ δηµοκρατικές ἀρχές καί ἀξίες, τίς ὁποῖες ὅµως οὐδόλως σέβεται. Στό ἄρθρο 2 τῆς Συνθήκης γιά τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ὁρίζεται µεταξύ ἄλλων ὅτι: «Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασµοῦ τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, τῆς ἐλευθερίας, τῆς δηµοκρατίας, τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασµοῦ τῶν ἀνθρώπινων δικαιωµάτων, συµπεριλαµβανοµένων τῶν δικαιωµάτων τῶν προσώπων πού ἀνήκουν σέ µειονότητες. Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη µέλη ἐντός κοινωνίας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν πλουραλισµό, τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, τήν ἀνοχή, τή δικαιοσύνη, τήν ἀλληλεγγύη καί τήν ἰσότητα µεταξύ γυναικῶν καί ἀνδρῶν». Ἡ ἐξεταζόµενη ἀπόφαση τοῦ Δ.Ε.Ε. πῶς συµβαδίζει µέ τή συγκεκριµένη διάταξη; Ἁπλούστατα δέ συµβαδίζει! Ἡ ἴδια ἡ Ε.Ε. ἀναγνωρίζει τό δηµοκρατικό της ἔλλειµµα καί καταπατᾶ τίς ἀξίες στίς ὁποῖες θεµελιώθηκε!

Τό ἀστεῖο εἶναι πώς οἱ ἀπαρχές τοῦ θεσµοῦ, πού σήµερα ὀνοµάζουµε Εὐρωπαϊκή Ἕνωση τοποθετοῦνται τό 1946, λίγο µετά τή λήξη τοῦ Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. Τό ἀρχικό ὅραµα ἦταν ἡ συσπείρωση τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν καί ἡ ἀνασυγκρότηση τῆς Εὐρώπης σέ µιά νέα, ἑνιαία βάση, ὥστε νά ἀποφευχθεῖ ἕνας νέος πόλεµος καί µιά νέα ναζιστική θηριωδία6. Εὐτυχῶς, ὁ ναζιστικός ὁλοκληρωτισµός κατατροπώθηκε. Ζήτω ὁ Εὐρωπαϊκός ὁλοκληρωτισµός!

 

Ζωή Ἀγγελικούδη

Νοµικός

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 257

Ἰανουάριος 2024

 

Ὑποσηµειώσεις

  1. Ἀπόφαση τοῦ Δ.Ε.Ε. (τµῆµα µείζονος συνθέσεως) ὑπ’ ἀριθµόν 181/28-11-2023 στήν ὑπόθεση C-148/2022, «OP κατά Commune d’ Ans».
  2. Ἀπό τό Ἀνακοινωθέν Τύπου ἀριθ. 181/28-11-2023, Διεύθυνση Ἐπικοινωνίας, Ὑπηρεσία Τύπου καί Πληροφόρησης τῆς Ε.Ε., δηµοσιευθέν στήν ἱστοσελίδα curia.europa.eu
  3. Ἀπό τό ὡς ἄνω ὑπό ii Ἀνακοινωθέν Τύπου.
  4. Ἀπόσπασµα ἀπό τό κείµενο τῆς ἀπόφασης.
  5. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=LEGISSUM:democratic deficit
  6. Νίκος Σκανδάµης, Εὐρωπαϊκό Δίκαιο Ι, Θεσµοί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ἐκδ. Ἀντ. Ν. Σάκκουλα, Ἀθήνα- Κοµοτηνή 2003, σ. 15.