Ἡ Θεία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Ἡ Θεία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

 

Ὁ λαοφιλής Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως ὁ Θαυματουργός, στόν Πρόλογο τοῦ «Θεοτοκαρίου» του, σημειώνει τά ἑξῆς:

«Διδαχθείς ὑπό τῆς ἁγιωτάτης ἡμῶν καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἄξιόν ἐστιν, ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν τήν Θεοτόκον καί ἀειπάρθενον Μαρίαν, ἐποίησα ᾠδάς τινας καί ὕμνους πρός αἴνεσιν καί ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου … πρός ἔκφρασιν τῆς ἀπείρου πρός Αὐτήν εὐγνωμοσύνης μου διά τάς πολλάς πρός ἐμέ Αὐτῆς εὐεργεσίας, ἅς παραπέλαυσα».

Εἶναι φανερό, ὅτι ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ὑμνωδοί, οἱ Θεοτοκόφιλοι, οἱ ὁποῖοι ὕμνησαν μέ ὠδές καί ὕμνους τήν Παναγίαν Δέσποινά μας, κάπως ἔτσι ἐκφράζονται. Καί κάθε Θεομητορική Ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας μας, τούς ἔχει δώσει τήν ἀφορμή νά Τήν ὑμνήσουν μέ ἀνεπανάληπτα μελωδήματα, περισσεύματα τῆς θεοτοκόφιλης καρδίας τους. Καί εἶναι πολλές καί ποικίλες οἱ Θεομητορικές ἑορτές τοῦ ἔτους. Κατ’ ἀρχήν, εἶναι οἱ ἑορτές ἐκεῖνες, πού συνδέονται μέ τούς σταθμούς τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς Κυρίας Θεοτόκου: Γενέθλιον-Εἰσόδια-Χριστούγεννα-Ὑπαπαντή-Εὐαγγελισμός-Κοίμησις (γιά νά ἀκολουθήσουμε τό ἐκκλησιαστικό ἔτος ἀπό Σεπτέμβριο, ἕως Αὔγουστο).

Ἔπειτα, εἶναι οἱ ἑορτές ἐκεῖνες, πού ἔχουν σχέση μέ τά ἰμάτια-ἐνδύματα Αὐτῆς. Καί εἶναι αὐτές τρεῖς: 1η Ὀκτωβρίου, ἡ ἀνάμνηση τῆς ἐμφανίσεως τῆς Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στόν Ναό τῶν Βλαχερνῶν Κων/πόλεως, 2α Ἰουλίου, ἡ κατάθεση τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου στόν ἴδιο Ναό καί 31η Αὐγούστου, ἡ κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Παναγίας, στόν Ναό τῶν Χαλκοπρατείων, πάλι τῆς Κων/πόλεως.

Κατόπιν, εἶναι οἱ ἑορτές τῶν Θεομητορικῶν Εἰκόνων, πού στό σύνολό τους χαρακτηρίζονται ὡς Θαυματουργές, π.χ. 11 Ἰουνίου, ἑορτή τῆς Εἰκόνος τοῦ «Ἄξιον Ἐστιν», καθώς καί ἄλλες σχετικές ἑορτές, τοπικοῦ χαρακτῆρος, πού συνδέονται μέ τήν εὕρεση ἤ καί μέ θαυματουργία κάποιας Θεομητορικῆς Εἰκόνος.

Καί τέλος ἔχουμε τήν ἑορτή τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, τό πέμπτο Σάββατο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μιά ἑορτή-ὄαση μέσα στό καῦμα καί τόν κόπο αὐτοῦ πού, δικαίως ὀνομάσθηκε, «μέγα πέλαγος» νηστείας. Εἶναι ἑορτή πού συνδέεται μέ τίς κατά καιρούς διασώσεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό περισσότερους τοῦ ἑνός βαρβαρικούς καί ἐχθρικούς λαούς.

Ἡ ἑορτή τῆς ἐμφανίσεως τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Θεοτόκου τήν πρώτη (1η) Ὀκτωβρίου, εἶναι λοιπόν Θεομητορική ἑορτή, πού ἔχει σχέση μέ ἕνα ἀπό τά ἐνδύματα τῆς Παναγίας, τήν Σκέπη Της, δηλαδή τό κάλυμμα-σκέπασμα τῆς τιμίας κεφαλῆς Της. Αὐτό τό σκέπασμα (ἤ Σκέπη), ἐπειδή ἐκάλυπτε καί τούς ὤμους τῆς Πανάγνου Θεοτόκου, ὀνομάζεται καί «ὠμοφόριον» ἤ «μαφόριον».

Ἡ σχετική διήγηση, δηλαδή τό κυρίως θέμα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, εἶναι ὡς ἑξῆς: Στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν Κων/πόλεως, σέ μία ἀγρυπνία πού ἐτελεῖτο πρός τά ξημερώματα τῆς πρώτης (1η) Ὀκτωβρίου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τῆς βασιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ (886-911), ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός (+950, ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 28 Μαΐου) ἔτυχε νά ἀγρυπνεῖ ἐκεῖ, μαζί μέ τόν πνευματικό του υἱό Ἐπιφάνιο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε καί Πατριάρχης Κων/πόλεως. Κατά τήν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἀγρυπνίας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, μέ συνοδεία Ἀγγέλων, Ἀποστόλων καί ἄλλων Ἁγίων, εἰσῆλθε, ὡς Βασίλισσα ἐνδεδυμένη, ἀπό τήν κεντρική Εἴσοδο τοῦ Ναοῦ, προχώρησε μέ τήν συνοδεία Της μέχρι τόν Σολέα καί ἐκεῖ γονάτισε καί ἄρχισε νά προσεύχεται μέ δάκρυα πρός τόν Υἱόν Της, ὑπέρ τῆς σωτηρίας τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων. Μετά, σηκώθηκε καί, ἀφοῦ εἰσῆλθε στό Ἱερόν Βῆμα ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, ἄνοιξε τό κιβώτιον πού ὠνομαζόταν «Σορός» καί ὅπου ἐφυλάσσονταν ἡ τιμία Σκέπη καί ἡ τιμία Ἐσθής (φόρεμα) Της. Πῆρε μέ τά χέρια Της τήν ἁγία Σκέπη καί τήν ἅπλωσε, βγαίνοντας ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, πάνω ἀπό τό ἐκκλησίασμα πού ἀγρυπνοῦσε. Αὐτό ἦταν δεῖγμα, ὅτι ἡ Ἴδια ἐσκέπαζε κάθε εὐλαβῆ Χριστιανό, πού Τήν ἐπικαλεῖται καί ὄχι μόνο τήν συγκεκριμένη Πόλη. Ἡ Σκέπη τῆς Παναγίας Θεοτόκου, τήν ὁποία ἡ Ἴδια γιά ἀρκετή ὥρα κρατοῦσε ἁπλωμένη σάν ὀμπρέλα πνευματική πάνω ἀπό τό ἐκκλησίασμα, ἐξέπεμπε ἐκτυφλωντική ἀκτινοβολία. Τέλος, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ξανατύλιξε τήν Ἁγία Σκέπη Της, ἀποθέτοντάς την στήν τιμία «Σορό» καί, μαζί μέ τήν βασιλική της ἀκολουθία, ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς, μέ συνοδεία ἀγγελικῶν ὕμνων· καί ἔτσι ἔληξε τό ὅραμα, τό ὁποῖο, φυσικά, κανείς ἀπ’ τό ἐκκλησίασμα δέν ἦταν ἄξιος νά τό δεῖ, παρά μόνον ὁ ὅσιος Ἀνδρέας μέ τόν μαθητή του Ἐπιφάνιον, τόν μέλλοντα Πατριάρχη.

Ὁ ὅσιος μάλιστα, ὅσο διαρκοῦσε ἀκόμη ἡ Θεοτοκοφάνεια, ρώτησε τόν Ἐπιφάνιο, ἐάν βλέπει τήν Παναγία· καί ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε, ὅτι τά βλέπει ὅλα, μέ τήν δική του πατρική εὐχή. Λίγο πρίν ἀποβιώσει, ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ἐφανέρωσε ὅλα ὅσα εἶδε στόν πνευματικό του ἐξομολόγο, τόν ἅγιο ἱερέα Νικηφόρο, ἕναν ἐκ τῶν ἐφημερίων τοῦ Ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καί ἔτσι, ἀπό αὐτόν, διαιωνίσθηκε καί ὥρισε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, νά τελεῖται κάθε πρώτη (1η) Ὀκτωβρίου ἡ ἀνάμνηση τῆς Θεοτοκοφανείας αὐτῆς. Κάποιος μοναχός (ἤ καί κληρικός) ἁγιορείτης, ὀνόματι Ἰάκωβος, τό ἔτος 1869, προικισμένος μέ τό χάρισμα τῆς ὑμνογραφίας, συνέθεσε τήν πλήρη Ἀσματική Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, σέ μεμονωμένο τεῦχος (φυλλάδα), δεδομένου ὅτι τά συνηθισμένα Μηναῖα, τήν πρώτη 1η Ὀκτωβρίου, περιέχουν τήν Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων τῆς ἡμέρας αὐτῆς: Ἀνανίου Ἀποστόλου καί Ρωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ, διακόνου γενομένου τοῦ Ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν.

Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί ἡ Εἰκόνα τῆς Ἁγίας Σκέπης, παρουσιάζει μέσα στό Ναό, τήν ὥρα τῆς Θεοτοκοφανείας καί τόν Ἅγιο Ρωμανό τόν Μελῳδό, καθώς καί τό τότε αὐτοκρατορικό ζεῦγος Λέοντος καί Ζωῆς, κατ’ οἰκονομίαν βέβαια.

Σήμερα, τήν θεομητορική αὐτή ἑορτή τῆς πρώτης (1η) Ὀκτωβρίου, τήν ἔχουν σέ μεγάλη εὐλάβεια, ἐκτός τῶν ἄλλων, ὅλοι οἱ Σλαυϊκοί ὀρθόδοξοι λαοί. Ἀμέτρητοι εἶναι οἱ Ναοί καί οἱ Μονές τῶν Σλαυϊκῶν χωρῶν, πού πανηγυρίζουν τήν ἑορτή αὐτή τῆς Ἁγίας Σκέπης. Στό Ἅγιον Ὄρος, ὁ Ναός τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ρωσικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική περίπτωση. Ὑπάρχουν ἐπίσης καί τρία ἐπίσημα ἁγιορειτικά Κελλιά-ἡσυχαστήρια, πού τιμῶνται στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Σκέπης: ἕνα ἔξω ἀπό τήν Βουλγαρική Μονή τοῦ Ζωγράφου, ἕνα στήν Βίγλα τῆς Μεγίστης Λαύρας καί ἕνα στά Καυσοκαλύβια, γιά νά ἀναφέρουμε μόνο τά παλαιότερα. Στό φτωχό καί ταπεινό Κελλίον μας, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη, τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, κτίστηκε καί ἐγκαινιάσθηκε τό 2011 καί λειτουργεῖ ἔκτοτε, περικαλής Ναός ἀφιερωμένος στήν Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού πανηγυρίζει κάθε 1η Ὀκτωβρίου.

Στήν Ἑλλάδα, ἀπό τό 1952, ἡ Θεομητορική αὐτή ἑορτή, μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἑορτάζεται τήν 28η Ὀκτωβρίου, ἡμέρα κηρύξεως τοῦ Ἑλληνο-Ἰταλικοῦ πολέμου· καί τοῦτο, δικαίως, διότι ἡ τελική ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος ἀπό τούς ξένους ἐπιδρομεῖς, ἀποδόθηκε στήν Σκέπη καί Προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία ἐξ ἀρχῆς, ἀπό τήν Πίνδο μέχρι τήν ἀποχώρηση καί τῶν τελευταίων ἐχθρικῶν στρατευμάτων, σκέπαζε καί ἐνίσχυε τούς μαχομένους στρατιῶτες, κάνοντας πολλές φορές σ’ αὐτούς αἰσθητή τήν παρουσία καί βοήθειά Της.

Ὁ μακαριστός Ὑμνογράφος Μοναχός Γεράσιμος τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης (ἐρημική-βραχώδης καί ἀσκητική περιοχή τοῦ Ἁγίου Ὄρους), ἀνέλαβε τότε καί ἔγραψε εἰδική πανηγυρική ἀσματική ἀκολουθία, ἡ ὁποία ἐγκρίθηκε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ψάλλεται κατ’ ἔτος τήν 28η Ὀκτωβρίου· ἔχει μάλιστα συμπεριληφθεῖ στά ἐπίσημα Μηναῖα τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἑλληνόφωνη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στήν ἀκολουθία αὐτή, ὁ μακαριστός πατήρ Γεράσιμος, ἔχει κάνει μιά ἐπιτυχῆ σύζευξη καί ἐναρμόνιση τῆς Θεοτοκοφανείας τῆς 1ης Ὀκτωβρίου καί τῆς ἐθνικῆς ἐπετείου τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. Θυμίζει λίγο καί τήν περίπτωση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, πού προαναφέρθηκε.

Καί στήν Ἑλληνική ἐπικράτεια, ὑπάρχουν πολλοί Ναοί τῆς Ἁγίας Σκέπης, ἀρκετοί τῶν ὁποίων ὑπῆρχαν ἤδη σέ λειτουργία, πρό τοῦ 1940. Ὅμως, ὅπως ἐλέχθη, ἀπό τό 1952 καί μετά, ἡ ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης, πῆρε ἕναν πιό ἐξειδικευμένο χαρακτῆρα, πού προσιδιάζει στά ἱστορικά μας δεδομένα. Ἐπειδή ὅμως, «ἀπ’ ἀρχῆς οὐ γέγονεν οὔτως», κρίθηκε καλό νά γραφεῖ τό φτωχό αὐτό ἄρθρο, γιά ὅσους δέν γνωρίζουν σχετικῶς.

Στό Ἀπολυτίκιο τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς, τονίζεται τό γεγονός, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος «σκέπει τόν λαόν» Της «νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς». Γι’ αὐτό καί ὁ ἰδιαίτερα Ἑλληνικός αὐτός ἑορτασμός τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, μᾶς τιμᾶ σάν Ἕλληνες, ἀλλά καί μᾶς θέτει πρό τῶν εὐθυνῶν μας. Σχετικῶς, ὁ σεβαστός μας πατήρ Βασίλειος Βολουδάκης, σέ παλαιό ἄρθρο του: «Γιατί ἔγινε Στρατηγός ἡ Παναγία μας;», σ’ αὐτό τό ἐνοριακό περιοδικό, (Μάρτιος 2010) ὑπογραμμίζει: «…ἡ Παναγία μας δέν ἀρκέσθηκε νά ἱκετεύη τόν «Υἱόν καί Θεόν της» ἀλλά ἔγινε καί «Ὑπέρμαχος Στρατηγός» τοῦ Ἔθνους μας καί προασπιστής τῆς Πατρίδος μας, ὥστε αὐτή ἡ συγκεκριμένη Πατρίδα νά παραμείνη ὁ ἰδανικός τόπος γιά νά ζήση κανείς τήν πνευματική ζωή».

Καί ἡ ὑπέρμαχος στρατηγική Της παρουσία, ἀκόμη καί αἰσθητῶς πολλές φορές, ἔγινε ἀντιληπτή ἀπό τούς προγόνους μας-προπάππους μας, ὅταν πολεμοῦσαν ὑπό ἀντίξοες συνθῆκες στά βουνά τῆς Πίνδου. Ἔδειξε καί ἀπέδειξε ἡ Ἰδία προσωπικῶς στούς πολεμιστές πατριῶτες μας, τήν παρουσία καί σκέπη Της καί τήν δόξα Της, «καθώς ἠδύναντο» βεβαίως αὐτοί νά ἀντιληφθοῦν. «Ὡς ἐχώρουν» οἱ στρατιῶτες μας «ἐθεάσαντο» Αὐτήν. Καί ἔτσι, ἡ Ἑλλάδα νίκησε, διότι τούς μαχητές συνώδευαν, σύν τοῖς ἄλλοις καί οἱ παρακλήσεις στήν Παναγία ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμέρα καί νύκτα, τότε, οἱ ἱεροί ναοί, τά μοναστήρια καί τά ξωκκλήσια ἦταν κατάμεστα ἀπό προσευχομένους Χριστιανούς. Τόν πόλεμο –δέν πρέπει ποτέ νά τό λησμονοῦμε αὐτό– τόν διηύθυναν οἱ προσευχές τῶν πονεμένων γυναικῶν, τῶν συγγενῶν τοῦ στρατευμένου λαοῦ, καθώς καί τῶν ἀθώων μικρῶν παιδιῶν τους. Ὄχι ὅμως μόνο τά μετόπισθεν, ἀλλά καί τό μαχόμενο μέτωπο ἦταν προσευχόμενο. Ἐκεῖ ὑπῆρχαν κληρικοί-ἱερεῖς, πού ἐνεθάρρυναν τούς στρατιῶτες, τούς ἐξωμολογοῦσαν, τούς λειτουργοῦσαν καί τούς κοινωνοῦσαν κάτω ἀπό τίς πιό ἀντίξοες συνθῆκες. Καί ἔτσι, «ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν», ἔκανε τό θαῦμα Της ἡ Παναγία.

Τοῦ λοιποῦ, ἄς εὐχηθοῦμε:

Ἡ Παναγία μας νά βάλει τό χέρι Της καί νά μᾶς σκεπάζει, ὅπως τότε σκέπαζε τούς συμπατριῶτες μας, πού ἦταν πράγματι «τῶν προγόνων βλαστοί μ’ ἀτσαλένια κορμιά», κατά τόν ποιητή Στέλιο Σπεράντσα. Οἱ Ἑλληνικές σημαῖες, ἄς μήν παύουν νά ὑψώνονται, κάθε 28η Ὀκτωβρίου, σέ ὅλους τούς ἐξῶστες τῶν Ἑλληνικῶν κτηρίων: οἰκιῶν-καταστημάτων-ἐκπαιδευτηρίων καί λοιπῶν ὀργανισμῶν. Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως, ὁ ἑορτασμός αὐτός, ἄς μᾶς ὁδηγεῖ σέ μετάνοια, ἐξομολόγηση, ἀναγνώριση τῆς ἀμαυρώσεως τῆς Ἑλληνικῆς μας αὐτοσυνειδησίας, γιά τήν ὁποία ἡ εὐθύνη μας εἶναι μεγάλη. Ἴσως ἡ Παναγία Θεοτόκος, γονατίζει καί κλαίει ἀκόμη, ὄχι στό Σολέα τοῦ Ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν, ἀλλά σέ κάθε Ἑλληνικό Ναό, «ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορουμένη τάξεσιν». Κυρία Θεοτόκε, ἐλέησον ἡμᾶς. Αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός νά μᾶς λυπηθεῖ. Ἀμήν!

 

Μοναχός Νεκτάριος

Κελλίον Ἁγίου Νικολάου

Μπουραζέρη (ΑΓ. ΟΡΟΣ)

 

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»  Ἀρ. Τεύχους 206

Ὀκτώβριος 2019