Ἐτήσιες ἐπιμνημόσυνες σκέψεις γιά τόν π. Νικόλαον Φίλιαν

Ἐτήσιες  ἐπιμνημόσυνες  σκέψεις
γιά  τόν π.  Νικόλαον  Φίλιαν

 

σεβαστός Προϊστάμενος τῆς Ἱερᾶς Ἐνορίας ταύτης πατήρ Βασίλειος, ἐρωτηθείς, ἔδωσε τήν συγκατάθεσή του, νά δημοσιευθοῦν λίγες σκέψεις, πού ὁ ὑποφαινόμενος θέλησε νά ἐκφράσει, μέ τήν εὐκαιρία τῆς τελέσεως τοῦ ἐτησίου μνημοσύνου τοῦ μακαριστοῦ πατρός Νικολάου Φίλια, τόσο εἰς τήν  Ἐνορία του, ὅσον καί ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος, εἰς τάς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους 2021.

Βεβαίως, «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τό στόμα», ὅπερ ἐστί μεθερμηνευόμενον εἰς τήν παροῦσαν προσλαλιάν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐκχειλίσματος μᾶλλον τῆς καρδίας καί τῆς σκέψεως, γράφει τό χέρι.

Πράγματι, λοιπόν, ὁ κατά πνεῦμα πατέρας τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων καί κατά σάρκα δικός μας, ὁ πρωθιερεύς Νικόλαος Φίλιας, ἐδῶ καί ἕνα χρόνο αὐλίζεται «ἐν οὐρανίοις θαλάμοις διηνεκῶς». Ὅταν, μετά τό πέρας τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας στόν Ναό αὐτόν, ὁ σεβαστός π. Βασίλειος μερίμνησε νά κτυπήσουν πένθιμα οἱ κώδωνες τοῦ Ναοῦ, καθώς τό σκήνωμα τοῦ πατρός ἐξήρχετο γιά τελευταία φορά ἀπό τίς πῦλες τοῦ Ναοῦ, πού τόσες φορές τίς διῆλθεν ἐν ζωῇ ὁ πατέρας μας, ὁμολογῶ εἰλικρινά, ὅτι ἦταν κάτι - ὄχι πρωτόγνωρο γιά μένα, ἀφοῦ κι ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος συμβαίνει αὐτό σέ κάθε κηδεία ἁπλοῦ μοναχοῦ - ἦταν, λέγω, κάτι πού μέ αἰφνιδίασε καί μέ συνετάραξε λίγο-πολύ.  Ἔνοιωσα δηλαδή, ὅτι μιά ὁλόκληρη ἐνορία, σύσσωμη, Κλῆρος καί λαός αὐτῆς, ἀποχαιρετοῦσε μ’ αὐτές τίς πένθιμες καμπάνες τόν μικρό ποιμενάρχη του, πού ἐπί ἑξῆντα χρόνια τίμησε ἐπαξίως τήν Ἱερωσύνη καί τοῦ ἀπέτιε φόρον τιμῆς. Ἐμένα, μάλιστα, μοῦ φάνηκε, ὅτι τόν χαιρετοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Νικόλαος, πού τόσα χρόνια τόν γνώρισε ὡς «ἀγαπῶντα τήν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου του», τοῦ Ναοῦ του. Νομίζω, ὅτι θά συμφωνήσετε στόν λογισμό μου αὐτόν.

Ὅταν τήν ἑπόμενη ἀκριβῶς ἡμέρα ἐπισκέφθηκα πάλι τόν Ναό, γιά νά προσκυνήσω ἀναχωρῶντας γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ὁ Ναός ἦταν φτωχός, πάμφτωχος. Διότι ἤξερα ὅτι ὁ διακονητής τοῦ Ἁγίου Νικολάου, παπα-Νικόλαος, δέν ἦταν πιά ἐκεῖ καί δέν ἐπρόκειτο πιά νά ξανάλθει. Φυσικά, οἱ διάδοχοί του εἶναι καί θά εἶναι ἄξιοι καί «πολλῷ κάρονες». Τούς εὔχομαι ἐγκαρδίως νά συνεχίζουν τόν καλόν ἀγῶνα, ἀναπληροῦντες τά ὑστερήματα τοῦ προκατόχου των. Καί τούς εὐχαριστῶ γιά τήν ἀγάπη πού τοῦ ἔδειξαν ἐμπράκτως τόσα χρόνια γενικῶς καί ἰδιαιτέρως κατά τήν ὀκτάμηνη κλινήρη δοκιμασία του, μεταδίδοντάς του τακτικῶς τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Μνησθείη Κύριος τῆς Ἱερωσύνης αὐτῶν. Ἀμήν! Μνησθείη Κύριος καί τῆς ἀγάπης, τήν ὁποία πολλές ἐνορίτισσες τοῦ  ἐπέδειξαν, μέ πρωτεργάτιδες τίς Μαρία καί Ἄννα Δημοπούλου, μάνα καί κόρη. Ὁ μισθός αὐτῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Καθώς καί τῶν κυριῶν τοῦ «Οἴκου Εἰρήνης».

Εἶναι ἀλήθεια, πέρα ἀπ’ τά ἀνωτέρω, ὅτι ὁ πατέρας πάντοτε εἶχε κατά νοῦ «τό τοῦ θανάτου μυστήριον». Μαθητής Γυμνασίου ἤμουνα ἀκόμα, ὅταν ἀνακάλυψα, χωμένο καί κρυμμένο σ’ ἕνα ντουλάπι, ἕνα τετραδιάκι μέ τίτλο «Ὅταν πεθάνω». Ἔγραφε ὡραῖες σκέψεις, μᾶς συμβούλευε νά μείνουμε «ἑδραῖοι ἐν τῇ πίστει», νά συμπαρασταθοῦμε στήν μητέρα πού - ὅπως φανταζόταν καί πίστευε – θά ἦταν ἐν ζωῇ κλπ.  Ἔπεσε ἔξω, βέβαια, σ’ αὐτήν του τήν πρόβλεψη, γιατί ἡ μητέρα πρεσβυτέρα ἔφυγε ἕντεκα ὁλόκληρα χρόνια πρίν ἀπ’ ἐκεῖνον. «Τοῦ γάρ Κυρίου Κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου», κατά Δαυίδ τόν Θεῖον. Ἄς ἔχουμε τάς εὐχάς ἀμφοτέρων Ἀμήν!

Μή σᾶς κουράζω ὅμως ἄλλο μέ δικές μου σκέψεις, πού – οὕτως ἤ ἄλλως – δέν τελειώνουν, ἐνῶ οἱ σελίδες τοῦ παρόντος περιοδικοῦ εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ πεπερασμένου ἀριθμοῦ. Θά ἀναφέρω σκέψεις δύο ἄλλων, λίαν ἀγαπητῶν μας προσώπων. Τό πρῶτο εἶναι ἡ Δικηγόρος κυρία Ἀθηνά Πετρόγλου, ἐνορίτισσα τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Νικολάου. (ἦταν παροῦσα καί στήν ἐξόδιο Ἀκολουθία τοῦ πατέρα): «Εἶμαι γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιά τήν γενναιόδωρη ἀγάπη του. Ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐχή του ἦταν καί εἶναι στήριγμα γιά μιά ἀναστάσιμη ζωή, μέ χαρά ἐν Κυρίῳ… Τόν ἔβλεπα νά εἶναι στήν ἐκκλησία καί νά λέει ὁ ἴδιος τόν ὕμνο τῆς ἀγάπης (τοῦ Ἀποστόλου Παύλου). Τήν ἀγάπη αὐτή μᾶς ἀφήνει παρακαταθήκη καί μέ τήν ἀγάπη αὐτή μᾶς ἀποχαιρετᾶ. Τήν ἀγάπη, τήν ὁποία στή ζωή του ἔκανε καθημερινή πράξη. Ἡ ἐνορία τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι ἡ ἐνορία τοῦ πατρός Νικολάου Φίλια. Δέν ὑπάρχει ἐνορίτης, πού νά μήν ἔχει εὐεργετηθεῖ ἀπό τόν πατέρα Νικόλαο. Ἔβλεπα δίπλα σου, Νεκτάριε, τήν ὥρα τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας, τόν πατέρα Νικόλαο, μέ τά ἄμφια καί τόν σταυρό, γεμᾶτον γαλήνη. Καί εὐτυχισμένον πού σέ εἶχε δίπλα του. Ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ ἡ μητέρα σου, ἦταν ἐπιθυμία του νά φύγει μέ τά ἄμφια, γιά νά λειτουργήσει. Σίγουρα θά λειτουργεῖ τώρα … Ἡ ζωή μας, ἡ ζωή μου εἶναι γεμάτη μέ τήν παρουσία τοῦ πατέρα Νικολάου. Αὐτός κοινώνησε στό νοσοκομεῖο τήν μητέρα μου, πρίν πεθάνει. Αὐτός ἔτρεξε στό σπίτι μου, ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ πατέρας μου πεθαίνει. Τό ἴδιο καί στοῦ κάθε ἐνορίτη, στήν ἐνορία τοῦ Ἁγ. Νικολάου. Ἀλλά καί πόσοι ἄρρωστοι, φυλακισμένοι, γέροι ἐγκαταλειμμένοι, ἄποροι, ἄστεγοι δέν εὐεργετήθηκαν ἀπό τόν πατέρα Νικόλαο! Ἡ ζωή του ἦταν ἕνας ὕμνος στήν ἀγάπη. Ὁ ὕμνος πού τώρα ψάλλει στήν Οὐράνια Θεία Λειτουργία. Εἴθε ἡ ἀγάπη του νά μᾶς ἐμψυχώνει καί νά μᾶς ἀξιώνει νά χαίρουμε ἐν Κυρίῳ».

Τό δεύτερο πρόσωπο εἶναι ὁ ἀγαπητός Θεολόγος Καθηγητής καί συμφοιτητής μου κύριος Ἠλίας Λιαμῆς, τοῦ ὁποίου ὁ ἀείμνηστος πατέρας του, ὀδοντίατρος Νικόλαος Λιαμῆς, ἦταν συμμαθητής τοῦ πατρός Νικολάου Φίλια στό Γυμνάσιο. Γράφει, λοιπόν, ὁ κύριος Ἠλίας, στό βιβλίο του «Δυό στάλες κουράγιο», παρουσιάζοντας ὑποθετικά κάποιον ἄγνωστο πατέρα, πού πεθαίνοντας ἀφήνει γραπτῶς τά τελευταῖα λόγια του στά ὑποτιθέμενα παιδιά του: «Τό φῶς τοῦ κόσμου αὐτοῦ σβήνει· μιά θητεία κλείνει, μένω ἀνοιχτός σ’ αὐτό πού ἀνοίγεται. Τίποτε στή ζωή αὐτή δέν εἶδα νά κλείνει, χωρίς νά δίνει τή θέση του σέ κάτι καινούργιο». Καί ὅταν - ὑποτίθεται – πέθανε, μιλάει ἀπ’ τόν οὐρανό, λέγοντας, πάλι στά παιδιά του: «Ἀπό δῶ πού βρίσκομαι, μοῦ ἔρχονται κι ἄλλες σκέψεις. Ἀπό σᾶς ἕνα χρειάζεται: Ἀντίσταση στή διάσπαση τοῦ νοῦ καί προσήλωση στό κέντρο τῆς καρδιᾶς σας· αὐτό ἤ μᾶλλον Αὐτόν (τόν Θεό) πού θά συναντήσετε μέσα σ’ αὐτήν, οὔτε πού μπορῶ νά σᾶς Τόν περιγράψω. Καί δέν χρειάζεται. Γι’ αὐτό ἔχουμε τήν καρδιά· γιά νά ἀντιλαμβανόμαστε αὐτά, πού δέν χωρᾶνε οὔτε στίς σκέψεις, οὔτε στά λόγια. Ὅσο γιά μᾶς, νά ξέρετε, πώς εἴμαστε μαζί, πιό πολύ ἀπ’ ὅταν ἤμασταν μαζί. Κι ἔτσι θά πορευθοῦμε εἰς τόν αἰῶνα τῶν αἰώνων».

Αὐτή ἡ τελευταία πρόταση, ἡ τόσο ἀληθινή καί εἰλικρινής, ἐκφράζει, νομίζω καί τῶν ἄλλων τεσσάρων ἀδελφῶν μου τά συναισθήματα.

Καλή Ἀνάσταση, πατέρα μας! Τήν εὐχή σου!

Ὁ υἱός

Μοναχός Νεκτάριος

Κελλίον Μπουραζέρη – ΑΓ. ΟΡΟΣ

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 131

Νοἐμβριος 2021