Οἱ συχνοὶ προβληματισμοὶ ἑνὸς παπᾶ ἡλικιωμένου

Οἱ  συχνοὶ προβληματισμοὶ
 ἑνὸς παπᾶ ἡλικιωμένου

 

Τὸ πλέον βασικὸ ἐρώτημα ποὺ ἀναδύεται  τὶς ὧρες τῆς Νοσταλγίας τῆς νεότητας ποὺ πέρασε, ἀλλὰ καὶ τῶν ὅποιων  Στοχασμῶν γύρω ἀπὸ αὐτήν, εἶναι ἕνα: Ἄραγε, πράξαμε σωστὰ ἤ ὄχι στὴ νεότητά μας, ὅταν, π. χ σεβόμασταν τὸν μεγαλύτερο στὴν ἡλικία, ντρεπόμασταν ὅταν μᾶς ἐπέπλητταν γιὰ τὰ λάθη μας, κοιτάζαμε νὰ εἴμαστε, ὅσο γίνεται περισσότερο συνεπεῖς μὲ τὰ καθήκοντά μας, ἀντιμετωπίζαμε μὲ ἱπποτικὸ τρόπο τὸ γυναικεῖο φῦλο καί, γενικά, προσπαθούσαμε νὰ καθιστάμεθα ὑποδειγματικοί, ἔντιμοι καὶ κόσμιοι;  Γιατὶ σήμερα βιώνουμε μιὰν ἀνατροπὴ ὅλων αὐτῶν, ἔχουμε καταστεῖ παθητικοὶ θεατὲς τῶν ὅσων συμβαίνουν γύρω μας καὶ δὲ λέμε λέξη... Ἤ, τοὐλάχιστον, ἐκφραζόμαστε μὲ μισόλογα... Σὲ περίπτωση δὲ ποὺ θελήσουμε νὰ χαρίσουμε κάποια συμβουλή, τότε θεωρούμαστε ἀναχρονιστές, γραφικοὶ ἤ καὶ βαθύτατα συντηρητικοί. Ἐπειδὴ  στὶς μέρες μας πρόοδος θεωρεῖται μόνο ὅ,τι εἶναι ξένο πρὸς τὰ δεδομένα καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ χθές. Κι αὐτό, μάλιστα, ἐπιβραβεύεται ἀπὸ κάποιους ὡς προοδευτικὴ κίνηση πρὸς τὰ ἐμπρός, κι ὄχι ἕνα στενόμυαλο πισωγύρισμα, ποὺ τελικὰ ὁδηγεῖ στὸν ἀναχρονισμό. Τοὐλάχιστον, αὐτὰ  γράφονται καὶ διαδίδονται  παντοῦ, γιατὶ αὐτὸ θεωρεῖται ἀπελευθέρωση!!!... Ἔτσι, τοὐλάχιστον, ἰσχυρίζονται.

Παράλληλα, μέσα στοὺς Στοχασμοὺς μας, μπερδεύονται καὶ κάποιες σκέψεις γύρω ἀπὸ τὸν ψευδῆ κόσμο ποὺ οἰκειοποιούμαστε, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μᾶς παραπλανᾶ,  ὅτι αὐτὸς φαίνεται καὶ εἶναι ὁ σωστὸς κι ἀληθινός. Εἶναι ὁ κόσμος τῆς εἰκόνας, ποὺ κατακλύζει τὰ πάντα καὶ παρουσιάζει πρὸς τὰ ἔξω μιὰ ψεύτικη πραγματικότητα. Κι ὅμως, αὐτὸ εἶναι ποὺ μαγεύει κι ἄς ἔχει  μέσα του ἀποθηκευμένη ὅλη τὴν κενοδοξία, τὸν φαρισαϊσμὸ καὶ τὴν ἀνοησία. Γιατὶ ἡ εἰκόνα δὲν εἶναι ἡ πραγματικότητα.  Ἡ εἰκόνα κρύβει τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν πασπαλίζει μὲ τὸ χρῶμα τῆς τάχα αἰσιοδοξίας. Γι᾿ αὐτὸ κι ὅσοι ἐπιχειρήσουν νὰ «σηκώσουν» τὸ πέπλο, ποὺ στολίζει ὅλ’ αὐτὰ, τότε ἀπογοητεύονται καὶ συμπεραίνουν πολλά. Βλέπεις, ἐμεῖς εἴχαμε διαφορετικὰ μάθει,  ἀφοῦ ἡ εἰκόνα δὲν εἶχε κυριαρχήσει, σὲ αὐτόν, μάλιστα,  τὸν ἐπικίνδυνο  βαθμὸ στὴ ζωή μας. Γιατὶ, γιὰ μᾶς, ἡ εἰκόνα δὲν ἦταν ἡ ἁπλῆ ζωγραφιὰ τοῦ Σχολικοῦ μας βιβλίου, ἀλλὰ τὸ χιονισμένο σπίτι μὲ τὰ κρύσταλλα νὰ κρέμονται ὡσὰν λαμπάδες ἀπὸ τὴ σκεπή, τὰ ταπεινὰ τὰ «κουμπουρελάκια», ποὺ μαζεύονταν ἔξω νὰ τσιμπήσουν κανένα ψίχουλο, οἱ νυχτωμένοι δρόμοι, ποὺ τοὺς περπατούσαμε μὲ τὸ φανάρι προσεχτικά, οἱ παγωμένες αὐγὲς, ἀλλὰ καὶ οἱ εὐωδιαστοί ἐαρινοὶ ὄρθροι, ποὺ τοὺς ἔρραινε ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ τριαντάφυλλου, τοῦ γαρύφαλου, τῆς ματζουράνας, ἀλλὰ καὶ τοῦ μάραθου, τοῦ ἄνιθου, τοῦ φρέσκου κρεμμυδιοῦ καὶ τῆς καυκαλήθρας. Τότε, λοιπόν,  οἱ φωτογραφίες ἦταν ἕνα εἶδος πολυτέλειας καὶ χρειάζονταν μόνο σὲ ὁρισμένες καὶ ἐλάχιστες τοῦ βίου φορές. Φορὲς, ποὺ κυριαρχοῦσε ὅμως ὁ σεβασμός, ἡ αὐστηρότητα, ἡ νοικοκυρωσύνη κι ἡ ἀρχοντιά. Γιατὶ πολλὲς ἀπὸ  αὐτὲς ταξίδευαν γιὰ μακρυνὲς Ἠπείρους, ὥστε  νὰ τὶς  ἔχουν συντροφιὰ οἱ ξενητεμένοι, ὅπως  τὴ φωτογραφία τῆς Μάνας, τοῦ Πατέρα,  τῶν ἀδελφῶν, τῶν φίλων, ἔτσι σὰν μιὰ νοητὴ  παρέα στὶς σκληρὲς  ὧρες τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἀγανάκτησης.

 

Ἀκόμα, μέσα στοὺς Στοχασμοὺς, ἐμφανίζονται καὶ κάποιες ὄμορφες καὶ πολὺ συγκινητικὲς εἰκόνες ἀπὸ τὴν ξεχασμένη σήμερα Σχολικὴ ζωὴ καὶ δραστηριότητα, ποὺ δίδασκαν ἦθος καὶ ἀνθρωπιά, ἔστω κι ἄν εἶχαν πίσω τους τὴν αὐστηρότητα τοῦ Δασκάλου ἤ τοῦ Καθηγητῆ. Γιατὶ ὅταν ἐκεῖνοι μᾶς προέτρεπαν νὰ χαιρετοῦμε μὲ σεβασμό, ν᾿ ἀποφεύγουμε τὰ ἄσεμνα θεάματα, νὰ μαζευόμαστε νωρὶς στὰ σπίτια μας, νὰ ἐκκλησιαζόμαστε, νὰ μαθαίνουμε νὰ εἴμαστε εὐπρεπεῖς, νὰ φροντίζουμε νὰ διατηρεῖται καθαρὸς ὁ αὔλειος χῶρος τοῦ Σχολέιου, νὰ ἐκπαιδευόμαστε στὴν κηπουρική κ. ἄ πολλά, κάτι ξέρανε τὸ παραπανίσιο. Φυσικὰ σήμερα ὅλ’ αὐτὰ φαίνονται τόσο ξένα μὲ τὸ νέο τρόπο  ζωῆς. Κι ὅμως! Ἄν τὰ ἐξετάσουμε προσεχτικὰ, παρατηροῦμε νὰ ἔχουν μέσα τους τὸν πυρῆνα τῆς ἀξιοπρέπειας καὶ τῆς ἀνθρωπιᾶς, ποὺ ἀρχίζει νὰ οἰκοδομεῖται ἀπὸ τὰ πρῶτα ἐκεῖνα χρόνια. Γιατὶ πολλὲς φορὲς ἀναρωτιόμαστε ἐμεῖς οἱ παλιότεροι, πόσο δύσκολες ἦταν οἱ συνθῆκες π. χ. νὰ γράψουμε μιὰ ἐργασία ποὺ μᾶς ἀνάθεταν οἱ δάσκαλοί μας. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀναζητήσουμε τὸ ὑλικὸ σὲ λεξικὰ καὶ Ἐγκυκλοπαίδειες, πού, φυσικά, δὲν εἴχαμε στὸ σπίτι. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγαμε σὲ βιβλιοθῆκες, ὅπου ἀντιγράφαμε μὲ τὸ χέρι τὰ λήμματα καὶ μετὰ στὸ σπίτι συντάσαμε τὴν ἐργασία, χειρόγραφη, καλογραμμένη, καθαρὴ και εὐπρεπῆ, γιὰ νὰ τὴν παραδώσουμε στὸν Καθηγητή μας. Σήμερα ὅλ᾿ αὐτὰ πέρασαν, ἁπλουστεύτηκαν, ἐνῶ ὁ κόπος ποὺ καταβάλεται εἶναι ἐλάχιστος. Κι ὅμως ἐκεῖνες οἱ ἐργασίες εἶχαν μέσα τους τὸ στοιχεῖο τῆς ἔρευνας, τῆς σοβαρότητας καὶ τῆς πειθαρχίας, ποὺ ἀργότερα βοηθοῦσαν τὴ ζωή μας νὰ ξετυλίγεται μὲ ὑπευθυνότητα καὶ ἐντιμότητα.

Ὄχι, δὲν μέμφομαι τὰ νέα παιδιὰ, ποὺ σήμερα μὲ τὸ Διαδίκτυο κοπιάζουν λιγότερο, ἀλλὰ τὰ συμπονῶ, ἐπειδὴ δὲ χαίρονται τὴν ὀμορφιὰ τοῦ νὰ γυρίζεις τὶς ρυτιδωμένες σελίδες τῶν παλιῶν βιβλίων, δὲν γεύονται τὴ μυρωδιὰ τοῦ χαρτιοῦ, ποὺ χλωμιάζει μὲ τὸν καιρὸ ποὺ περνάει ἀπὸ πάνω του, δὲν αἰσθάνονται τὸ ἄγγιγμα τῶν ἄλλων, τῶν προηγούμενων ἀναγνωστῶν,  δηλαδή,  ποὺ μελέτησαν τὸ βιβλίο αὐτό. Μὲ λίγα λόγια δὲν ἀποκτοῦν τέτοια εὐλογημένα βιώματα, ποὺ χαρίζουν στὴν ψυχὴ μιὰν ἰδιότυπη συγκίνηση, ἀλλὰ καὶ εὐαισθησία.

Ἐπίσης, στὰ χρόνια μας δὲν εἴχαμε ἄλλη ἐπικοινωνία ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία. Κι ἀλληλογραφία καί, μάλιστα, χειρόγραφη, σημαίνει ἄσκηση τοῦ λόγου, πειθαρχία στὴ φρασεολογία, εὐπρέπεια στὴ διατύπωση (βλ.Ἐπιστολὲς-διαχρονικὰ μνημεῖα λόγου, τοῦ Πλάτωνος, τῶν Πατέρων, τῶν μεγάλων συγγραφέων, κ.λ.π.). Λοιπόν, στὰ χρόνια μας ἡ ἐπικοινωνία ἔτσι γινόταν, ἀφοῦ λιγοστὰ ἦταν τὰ τηλέφωνα. Μάλιστα, στὸ χωριό μας, μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 εἴχαμε μιὰ παλιά, χειροκίνητη τηλεφωνικὴ συσκευή, τὴν ὁποία χρησιμοποιούσαμε  γιὰ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις. Σήμερα, ὅμως, τὰ πράγματα ἔχουν κατὰ  πολὺ ἀλλάξει καὶ μαζί τους καὶ οἱ ἄνθρωποι. Τώρα τὰ φορητὰ τηλέφωνα μὲ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες ἐφαρμογὲς ποὺ διαθέτουν (π. χ. Διαδίκτυο, φωτογραφικὴ  μηχανή, παιχνίδια κ. ἄ. πολλά) ἔχουν μὲ σιωπηλὸ τρόπο γίνει τὸ συρματόπλεγμα, τὸ ὁποῖο περιορίζει τὴν ἐλευθερία μας. Γιατὶ ναί, δὲν εἴμαστε ἐλεύθεροι πιά.  Εἴμαστε δέσμιοι τῆς τάχα ἐπικοινωνίας, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ περισσότεροι κυκλοφοροῦν  μὲ ἕνα φορητὸ τηλέφωνο στὸ χέρι. Εἶναι δὲ παρατηρημένο, πὼς κατὰ τὶς συζητήσεις τους οἱ περισσότεροι,  κάθε τόσο κοιτοῦν καὶ τὴν ὀθόνη τῆς συσκευῆς τους, σὲ σημεῖο νὰ ἔχουν μιὰν ἐξάρτηση παθολογικὴ μὲ τὸ ἀντικείμενο καὶ σὰ νὰ μὴν προσέχουν τὸ συνομιλητή τους.  Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὶς συντροφιὲς τῶν νέων παιδιῶν, ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι τραγικά, ἀφοῦ εἶναι προσηλωμένα στὴν ὀθόνη τοῦ τηλεφώνου τους καὶ πληκτρολογοῦν τὰ λεγόμενα «μηνύματα». Μὲ ἀποτέλεσμα ὁ τυχὼν διάλογος νὰ εἶναι λίγες, τυπικὲς φράσεις, φτωχὲς πάντα σὲ περιεχόμενο.

Τὸ ἴδιο τραγικὴ εἶναι ἡ ἐξάρτηση τῶν νέων, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἀπὸ τοὺς ἡλικιωμένους, ἀπὸ τὸ Διαδίκτυο. Ἀπομονωμένα  τὰ ἄτομα ζοῦν σὲ μιὰ ψεύτικη πραγματικότητα, ποὺ ἀσφαλῶς τὰ αὐτοκαταστρέφει, ἐπειδὴ οἱ κίνδυνοι εἶναι πολλοὶ καὶ κάποτε ἀναπόφευκτοι.   Ἔτσι τὸ σιωπηλὸ μαρτύριο τῆς ἰδιότυπης  αὐτῆς  μοναξιᾶς γίνεται, μέρα τὴ μέρα, ὅλο καὶ πιὸ μεγάλο, καθὼς ἡ ψευδὴς  ἐπικοινωνία ὑποκαθιστᾶ τὴν οὐσιαστική, τὴ γνήσια τὴν ἀνθρώπινη.

Ὅλ᾿ αὐτά, λοιπόν, κι ἄλλα ἀκόμα βιώνει ὁ κάθε ἡλικιωμένος, ποὺ πέρασε τὸ βίο του μὲ ἄλλες ἀξίες, μὲ ἄλλα ὁράματα, μὲ διαφορετικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴ ζωή, τὸν ἄνθρωπο, τὸ Θεό. Πόσο μᾶλλον αὐτὸς νὰ εἶναι καὶ ἱερέας, παπᾶς δηλαδή.  Γιατὶ στὶς μέρες μας παρατηρεῖται καὶ τὸ ἄλλο ἐξίσου τραγικὸ γεγονὸς, τῆς ἔξωσης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ ζωή τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων, καθὼς ἄλλα Τὸν ὑποκαθιστοῦν, ὅπως οἱ μηχανές, ὁ νέος τρόπος ζωῆς μὲ τὴν ἀναδειξη τῆς εἰκόνας τοῦ καθενός, τοῦ λεγόμενου δηλαδή, image, ποὺ θεοποιεῖ τὸ προσωπεῖο,  τὸ ὁποῖο εὐχαρίστως φοροῦν ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ προβάλλουν τὴν εἰκόνα τους. Ἄλλωστε, τὸ νὰ μιλᾶς σήμερα γιὰ Ἐκκλησία, Ἁγίους,  εἰκόνες καὶ Μυστηριακὴ ζωή εἶναι παρωχημένο κι «ἀστεῖο πρᾶγμα» γιὰ πολλούς,  ἀφοῦ τὸν Θεὸ τὸν «στείλαμε» ἐξορία, ὄχι γιατὶ δὲν πιστεύουμε σ’Αὐτόν, ὅπως τοὐλάχιστον ἰσχυρίζονται ἀρκετοί -αὐτὸ κι ἄν εἶναι στρουθοκαμηλισμός- ἀλλ᾿ ἐπειδὴ  μᾶς προβάλλει ὅλες μας τὶς ἐνοχές, καὶ ἁμαρτίες, ποὺ συγκλονίζουν τὸν ψυχισμό μας, τὸν κατακερματίζουν, ὅταν τὶς κοιτάξουμε κατάματα. Γιατὶ, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε,  καὶ στὸν πλέον ἀπάνθρωπο ὑπάρχει μιὰ λεπτή, χαμηλὴ θὰ τὴν ἔλεγα φωτιὰ συνείδησης μέσα του, ποὺ κάποτε φεγγοβολᾶ. Ἀρκεῖ δηλαδή,  ἕνα λιτὸ κεράκι τῆς Ἀνάστασης. Τῆς Ἀνάστασης, ποὺ σὲ ἀνάγκασε νὰ πᾶς ἡ παρέα σου στὶς διακοπές. Κι ἐδῶ  εἶναι τὸ μέγιστο Μυστήριο τοῦ ἀπροόπτου, τὸ ὁποῖο ἐμεῖς, τουλάχιστον, οἱ παπάδες , ἄν καὶ  τὄχουμε βιώσει…

Ἐκεῖ δὲ ποὺ ὁ Στοχασμὸς σταλάζει εὐωδιά, εἶναι  ὅταν προβάλλει μπροστά μας ὁ πάντιμος χορὸς τῆς ὅποιας εὐλογίας δεχτήκαμε κατὰ τὸν καιρὸ τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας. Τότε δηλαδή, ποὺ σκύβαμε μὲ σεβασμὸ καὶ πίστη μπροστὰ στὶς ἀξίες ποὺ μεγαλύνουν τὸν Ἄνθρωπο. Μὲ λίγα λόγια τότε ζήσαμε πολλὲς κορυφαῖες ἐμπειρίες, ὅπως τὸ πρωϊνὸ ξύπνημα γιὰ νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά, «ὄρθου βαθέως» τὰ Χριστούγεννα, οἱ μυροβόλες ἀπὸ τὴν ἄνοιξη βραδυὲς τῶν Χαιρετισμῶν, ἡ σιωπηλή, εὐκατάνυκτη καὶ ἄχραντη Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἡ Πανήγυρις τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ μετὰ ἡ κορυφαία τοῦ θέρους ἡμέρα: Ἐκείνη τῆς Παναγιᾶς μας, ποὺ εὐωδίαζε βασιλικό, γιασεμὶ καὶ θυμίαμα!

Αὐτὰ τὰ θεμέλια μᾶς στήριξαν, χρόνια καὶ χρόνια. Δεκαετίες ὁλάκερες καὶ σὲ ὧρες πικρὲς καὶ ἀστάθμητες, μᾶς κρατοῦσαν ὄρθιους μέσα στὸν κάθε κυκλῶνα, ποὺ πάσχιζε νὰ ἐκκριζώσει ὅ,τι τὸ ἱερὸ κι ἄχραντο μᾶς φίλεψε ὁ Θεός. Ποὺ σήμερα, στὰ γερατειά πιά, Τὸν εὐγνωμονοῦμε μὲ νοτισμένα μάτια κι ἐλαφριὰ καρδιά.

 

Σκόπελος                               π. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»  Ἀρ. Τεύχους 233

Ἰανουάριος 2022