Ἄραγε ἔγινε ὁ κόσμος μας καλύτερος;

Ἄραγε ἔγινε ὁ κόσμος μας καλύτερος;

 

Κατηφορίζοντας, κάποια ἀπό αὐτές τίς ἡμέρες τήν Λεωφόρο Ἀλεξάνδρας, ὁ κόκκινος σηματοδότης μέ ἀνάγκασε νά σταματήσω στό ὕψος τῆς «Σόνιας», τῆς γνωστῆς καί ἱστορικῆς πλέον καφετέριας, πού ἔδωσε τό ὄνομά της σέ ὅλη ἐκείνη τήν ἀθηναϊκή γειτονιά, ἀλλά ἐδῶ καί καιρό δέν λειτουργεῖ, θῦμα καί αὐτή τῆς κρίσης πού ἔπληξε τήν ἀγορά τά τελευταῖα χρόνια, καί ὄχι μόνον.

Στή διάρκεια τῆς σύντομης ἀναμονῆς μου, μέχρι νά «ἀνάψει τό πράσινο», τό μυαλό μου ἔτρεξε κινηματογραφικά στά χρόνια πού γνώρισα τήν περιοχή τῆς μεγάλης λεωφόρου ἀλλά καί ὅλου τοῦ κέντρου τῆς Πρωτεύουσας μέ τήν τόση ζωντάνια, τούς ἀνθρώπους πού κυκλοφοροῦσαν στήν ἀγορά, τήν κοινωνία πού ἔνοιωθες ὅτι εὐημεροῦσε, τήν σχετική ἄνεση μέ τήν ὁποία ζοῦσαν οἱ περισσότεροι, καί τόν γενικότερο τρόπο ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνο στήν μεγάλη πόλη ἀλλά καί σέ ὅλη τήν ἐπικράτεια, πού δημιουργοῦσε τήν πεποίθηση ὅτι, ὁ κόσμος πέρναγε καλά.

Καί τό δικαιοῦταν ὁ λαός γιατί δούλεψε σκληρά γιά νά φτάσει σέ τέτοιο ἐπίπεδο. Στερημένος καί κατατρεγμένος μετά ἀπό σαράντα χρόνια πολέμων καί καταστροφῶν ἄρχισε μετά τό 1950 νά ξαναστήνει τή Χώρα του.

Καί ἐκεῖ πού φτάσαμε στούς κορυφαίους τοῦ Πλανήτη ὅλα ἄλλαξαν, ξαφνικά λέμε ἐμεῖς, ἀναμενόμενα λένε κάποιοι, πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἔβλεπαν πώς ἡ εὐημερία τῆς Χώρας ἦταν ἐπίπλαστη.

Λέγεται πώς ἤδη ἀπό τά χρόνια τῆς περίφημης «Ἀλλαγῆς» κάποιοι εἶχαν προειδοποιήσει τόν τότε πανίσχυρο Πρωθυπουργό: «Πρόεδρε, ἡ Χώρα δέν παράγει πλοῦτο!».

Καί ὅμως! Παρά τά ὅσα ἀκοῦμε, καί πλοῦτο παραγάγαμε καί εὐημερούσαμε καί τούς δανειστές μας πληρώναμε. Κανείς δέν ζημιώθηκε ἀπό μᾶς, παρά ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἡ Χώρα, πού τήν κατηγοροῦν ὅλοι, στά χρόνια πρίν τό 2009, εἶχε ἕνα Ἀκαθάριστο Ἐγχώριο Προϊόν, πού ξεπερνοῦσε τά 200 δισεκατομύρια εὐρώ, μέγεθος πού σήμερα οὔτε κἄν μπορεῖ νά τό πλησιάσει.

Τί ἔφταιξε ἄραγε καί ναυαγήσαμε; Γιατί φτάσαμε στό σημεῖο, ὄχι μόνο νά χρεωκοπήσει τό Κράτος ἀλλά καί νά ζοῦμε καί τήν παρακμή τῆς κοινωνίας μας; Γιατί γέμισε ἡ ζωή μας κατάθλιψη καί μελαγχολία;

Πολλά θά βροῦμε νά ποῦμε. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐκεῖνο πού φταίει γιά ὅλα εἶναι ὅτι, χάσαμε τόν θησαυρό τῆς καρδιᾶς μας!

Βγάλαμε ἀπό τή ζωή μας τίς ἀξίες, πού μεγάλωσαν γενιές Ἑλλήνων, καί στή θέση τους βάλαμε τά λεφτά καί τήν καλοπέραση. Ὑπέρτατη ἀξία τῆς ναυαγισμένης πλέον κοινωνίας μας, τό χρῆμα! Θυσιάσαμε στό βωμό τοῦ δῆθεν ἐξευρωπαϊσμοῦ μας, τῆς προοόδου, τῆς μόδας καί τῶν νέων ἠθῶν, τό φιλότιμο, τή μπέσα, τήν τιμιότητα, τήν ἀξιοπρέπεια, τήν ἀνθρωπιά, τόν σεβασμό, τήν αἰδημοσύνη καί τήν ἐθνική περηφάνεια. Φθάσαμε ἐσχάτως νά ζοῦμε καί τήν ἀνανδρία, τήν ἔλλειψη  σεβασμοῦ πρός τήν, πῶς νά τό κάνουμε, εὐαίσθητης γυναικείας φύσης. Τί περιμέναμε λοιπόν;

Μόλις λίγδωσε τό ἔντερό μας, ἄλλαξαν τά μυαλά μας. Ξιπαστήκαμε ὅτι στήν σύγχρονη ἐποχή οἱ παλιές μας ἀξίες θά εἶναι παρωχημένες. Δέν θά μᾶς χρειάζονται. Γιά αὐτό κατέρρευσε ὅλο τό οἰκοδόμημα τῆς κοσμοθεωρίας τοῦ σύγχρονου Ἑλλαδικοῦ κόσμου.

Ἔλεγαν μέ παράπονο κάποιοι φίλοι μας Βορειοηπειρῶτες, πού ἦρθαν στήν Ἑλλάδα τό 1990 : «Ἄλλη ἦταν ἡ Ἑλλάδα πού περιμέναμε!»

Θυμᾶμαι τήν ἀείμνηστη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη νά περιγράφει ἕνα περιστατικό, πού διαδραματίστηκε κάπου στήν Πελοπόννησο, στά προεπαναστατικά χρόνια, ὅταν ἕνας ἀπό τούς ξένους περιηγητές, ὁ Πουκεβίλ ἄν θυμᾶμαι καλά, φιλοξενεῖται στό φτωχικό σπίτι μιᾶς οἰκογένειας καί εἶναι Παρασκευή. Φακές ἀλάδωτες γιά τήν οἰκογένεια καί κότα μεγειρεμένη γιά τόν ξένο, πού, ὅμως, διαμαρτύρεται, γιατί αὐτός εἶναι νά φάει κάτι καλύτερο ἀπό ὅ,τι τά παιδιά, γιά νά ἀπαντήσει κοφτά ἡ κυρά τοῦ σπιτιοῦ: — «Σήμερα εἶναι Παρασκευή, ἄν φᾶμε ἀπό αὐτό ἐμεῖς, τουρκέψαμε!».

Καλά διαβάσατε. Ἔτσι ἔμεινε ὄρθιο τό Γένος, καί ἄς λένε ἄλλα αὐτοί, πού ἤθελαν νά γιορτάσουν τά διακοσάχρονα τῆς Ἐπανάστασης μέ συνέδρια καί πομφόλυγες καί ἐμεῖς δέν τολμήσαμε νά τούς κάνουμε νά ντραποῦν, τούς δώσαμε χῶρο. Ἀλλά νά, πού ἦρθε ὁ κορωναϊός καί τούς χάλασε τά σχέδια καί ἐμεῖς, πού ἐκτίουμε τήν ποινή τῆς Νέμεσής μας, γιορτάσαμε τήν 25η Μαρτίου κλεισμένοι στή φυλακή μας. Ἀνθρωπάκια φοβισμένα!

Γίναμε οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες σάν τόν Πινόκιο τοῦ παραμυθιοῦ, πού οἱ ἐπιδιώξεις του τόν ὁδήγησαν σε ἐκεῖνον τόν τόπο πού οἱ ἄνθρωποι γίνονταν γαϊδούρια ἐξ αἰτίας τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς τους, ἀφημένοι στίς διασκεδάσεις καί στό φαγοπότι. Ξαναδεῖτε ἄν θέλετε τήν παιδική ταινία τοῦ Ντίσνεϋ καί θά καταλάβετε. Μόνο πού ἐκεῖνος πρόλαβε νά σωθεῖ ἐπειδή ἄκουσε τόν Τζίμινι, τή φωνή τῆς συνείδησής του.

Ἡ δική μας, ὅμως, ἐξαγορασμένη συνείδηση ἔχει ἐπηρεασθεῖ σέ τέτοιο βαθμό, πού ἕντεκα χρόνια τῶν πιό ἔντονων περιπετειῶν μας δέν ἔχουν φθάσει γιά νά ἀφυπνισθοῦμε. Βιώνουμε ἐντονότερα ἀπό κάθε ἄλλη Χώρα τοῦ Πλανήτη τό «Δόγμα τοῦ Σόκ» καί ὄχι μόνο συνεχίζουμε νά παραμένουμε σέ λήθαργο, ἀλλά ἡ διάβρωση τῆς κοινωνίας μας συνεχῶς βαθαίνει.

Ἐξουσιοδοτήσαμε τούς ἄρχοντες νά διαχειριστοῦν τό μέλλον μας ἐν λευκῷ καί ἐκεῖνοι φρόντισαν νά διαμορφώσουν μιά κοινωνία στά μέτρα τους. Ἐμεῖς τούς ψηφίζαμε, καί ἐκεῖνοι μᾶς εὕρισκαν λεφτά, μᾶς βόλευαν καί τά παιδιά. Ναί, ἀλλά ἔφυγαν ἀπό τόν τόπο τους τά παιδιά, τόν εὐλογημένο, καί ψάχνουμε σήμερα νά βροῦμε τεχνίτες, νά βροῦμε ποιός θά δουλέψει στή γῆ καί στή θάλασσα καί ρήμαξε ἡ ἐπαρχία.

Μποροῦσε, ὅμως, νά γίνει ἀλλιῶς;

Ναί, μποροῦσε! Ἄν κρατάγαμε τίς ἀξίες μας καί τό μυαλό μας στό κεφάλι μας, ὅλα θά ἦταν καλύτερα. Καί θά προκόβαμε, καί μοντέρνοι θά ἤμασταν. Ἀλλά ὁ λαός χρειαζόταν καθοδήγηση καί στιβαρή ἡγεσία.

Δέν ἄρεσε στούς ἄρχοντες πού ἡ οἰκονομία βασιζόταν στή γεωργία καί βάλθηκαν νά ξεκάνουν τόν ἀγροτικό κόσμο. Ἦταν πολύ, βλέπετε, τό ποσοστό τοῦ πληθυσμοῦ πού ἀπασχολοῦνταν ἐκεῖ καί φρόντισαν, μέσα σέ τριάντα χρόνια, ἀπό τό 25% νά τό φθάσουν κάπου στό 8% γιά νά δείχνουμε ἀναπτυγμένοι, ἀλλά σήμερα ψάχνουμε νά βροῦμε προϊόντα, γιατί ἡ παραγωγή δέν ἐπαρκεῖ γιά νά χορτάσει τόν πληθυσμό τῆς Γῆς.

Χάρηκαν πολλοί ἀπό ἐμᾶς ὅταν ἄρχισαν νά κλείνουν τά μαγαζιά καί ἔχαναν τίς δουλειές τους οἱ ἐπαγγελματίες καί ἔλεγαν μερικοί ὅτι ἔτσι θά μείνουν μόνον οἱ καλοί. Ναί, ἀλλά σήμερα βλέπετε ὅτι πάλι ἀνοίγουν καταστήματα μόνο πού οἱ ἰδιοκτῆτες τους εἶναι κατά βάση ξένοι, πού ἦρθαν στόν τόπο μας καί ψάχνουν νά κάνουν προκοπή. Δέν μᾶς ἄρεσαν οἱ ντόπιοι.

Ἀδελφοί μου φταῖμε ὅλοι, ἀδιακρίτως.

Χάσαμε ἐντελῶς τά αἰσθητήριά μας. Κάναμε πρωταγωνιστές τῆς ζωῆς μας ἐκείνους, πού σέ ἄλλες ἐποχές θά ἦταν μᾶλλον στό περιθώριο τῆς κοι-νωνίας. Θυμηθεῖτε τό περιστατικό μέ τήν ἀφί- σα στούς Σταθμούς τοῦ Μετρό, πού ἤθελε νά εὐαισθητοποιήσει γιά τό ἀγέννητο παιδί.  Δεῖτε τήν ἀναλ-γησία τῶν πολλῶν γιά  τούς ἀνθρώπους, πού βρίσκονται σέ Ἀνα-στολή, ἐνῶ ἐργαζό-ταν στόν τομέα τῆς Ὑγείας καί στερήθηκαν τόν μισθό τους καί μή σᾶς διαφεύγουν οἱ συμπεριφορές καί ἡ κριτική πρός τό πρόσωπο τοῦ ἠθοποιοῦ, πού ἐναντιώθηκε, αὐτές τίς ἡμέρες, στόν νέου τύπου διαχωρισμό τῶν ἀνθρώπων σέ ἐμβολιασμένους καί ἀνεμβολίαστους.

Συμπεριφορές καί στάσεις μιᾶς κοινωνίας, πού ἔχασε καί τό βῆμα καί τόν προσανατολισμό της. Μιᾶς κοινωνίας, πού πορεύεται χωρίς στόχο καί χωρίς προορισμό. Πού νομίζει ὅτι μπορεῖ νά καλοπερνάει, ὅπως τό πρότυπο πού προβάλλει ἡ τηλεόραση.

Προχώρησε ἡ ζωή μας, ἀλλά καλύτερη δέν ἔγινε. Ὁ κόσμος πού παραδίδουμε στά παιδιά μας δέν δείχνει σέ τίποτα καλύτερος ἀπό ἐκεῖνον πού παραλάβαμε. Αὐτοκριτική χρειάζεται, ἀλλά ποιός ἔχει διάθεση;

 

Δημήτριος Κοσκινιώτης

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»  Ἀρ. Τεύχους 233

Ἰανουάριος 2022