Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

(6 Ἀπριλίου 1894 – 7 Ἀπριλίου 1979)

 

  Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς ἦταν Ὀρθόδοξος Χριστιανός θεολόγος, Ἀρχιμανδρίτης στή Μονή τοῦ Τσέλιε, μελετητής τοῦ Ντοστογιέφσκι, ἀντικομμουνιστής συγγραφέας καί ἐπικριτής τῆς πραγματιστικῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

Στίς 29 Ἀπριλίου 2010, ὁ πατήρ Ἰουστίνος ἁγιοκατατάχθηκε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ὁ Μπλαγκόγιε, ὅπως ἦταν τό ὄνομα μέ τό ὁποῖο γεννήθηκε ὁ Ἅγιος, ἦταν τέκνο εὐσεβῶν γονέων, τοῦ ἱερέα Σπυρίδωνος καί τῆς πρεσβυτέρας Ἀναστασίας Πόποβιτς.

Ὁ Μπλαγκόγιε Πόποβιτς ὁλοκλήρωσε τίς προπτυχιακές σπουδές του στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βελιγραδίου τό 1914. Στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα ἡ Σχολή αὐτή ἦταν φημισμένη στόν Ὀρθόδοξο κόσμο γιά τόν ἀσκητικό της προσανατολισμό καί γιά τό ὑψηλό ἐπίπεδο σπουδῶν πού προσέφερε. Ἕνας ἀπό τούς καθηγητές του ἦταν ὁ τότε Ἱερομόναχος καί μετέπειτα Ἅγιος Νικολάϊ Βελιμίροβιτς, μετέπειτα ἐπίσκοπος Ὀχρίδος.

Μετά τήν ἔναρξη τοῦ Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τό φθινόπωρο τοῦ 1914, ὁ Μπλαγκόγιε ὑπηρέτησε ὡς νοσοκόμος τοῦ στρατοῦ στή νότια κυρίως Σερβία.

Τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 1916 ἔγινε μοναχός στόν Ὀρθόδοξο Καθεδρικό Ναό καί πῆρε τό ὄνομα τοῦ μεγάλου Χριστιανοῦ φιλοσόφου καί μάρτυρα τοῦ Β΄ αἰώνα Ἁγίου Ἰουστίνου.

Λίγο ἀργότερα, ὁ μοναχός Ἰουστίνος, μαζί μέ ἀρκετούς πρώην συμφοιτητές του, ταξίδεψε στήν Ἁγία Πετρούπολη τῆς Ρωσίας γιά μιά μονοετῆ σπουδή στήν ἐκεῖ Θεολογική Σχολή.

Μέ τήν ἐπιστροφή του ἀπό τή Ρωσία, ὁ Ἰουστίνος Πόποβιτς πῆγε στήν Ἀγγλία γιά μεταπτυχιακές σπουδές μετά ἀπό προτροπή τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα Νικολάϊ Βελιμίροβιτς, ὥστε νά ἔχει μία ὁλοκληρωμένη ὀπτική τῆς Θεολογίας καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Σπούδασε πράγματι Θεολογία στό Λονδίνο μεταξύ 1916 καί 1920, ἀλλά ἡ διδακτορική διατριβή του στήν Ὀξφόρδη ὑπό τόν τίτλο: «Ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι») ἀπορρίφθηκε, ἐξ αἰτίας τῶν ἀνατρεπτικῶν πεποιθήσεων γιά τόν δυτικό ἀνθρωπισμό, τόν ὀρθολογισμό, τόν Ρωμαιοκαθολικισμό καί τόν ἀνθρωποκεντρισμό.

Τό 1926 ὁ Ἰουστίνος πῆρε τελικῶς τόν τίτλο τοῦ διδάκτορα τῆς Θεολογίας ἀπό τή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μέ τίτλο τῆς διατριβῆς του: «Τό πρόβλημα τοῦ προσώπου καί τῆς γνώσεως κατά τόν Ἅγιον Μακάριον τόν Αἰγύπτιον».

Λόγῳ τοῦ μεγάλου συγγραφικοῦ καί φιλανθρωπικοῦ του ἔργου ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς νεοσυσταθείσας Ἐπισκοπῆς Καρπαθίας, ἀξίωμα τό ὁποῖο δέν ἀπεδέχθη λόγῳ ταπεινώσεως.

Τό 1934 ἐξελέγη Καθηγητής τῆς Δογματικῆς στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βελιγραδίου.

Ὡς ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας καί μέ ἐκπεφρασμένες ἀντικομμουνιστικές θέσεις, ὁ Ἰουστίνος ἐκδιώχθηκε ἀπό τό Πανεπιστήμιο ἀπό τό νέο καθεστώς τῆς Γιουγκοσλαβίας τό 1945. Γιά ὅλη σχεδόν τήν ὑπόλοιπη ζωή του μόνασε στή Μονή τοῦ Τσέλιε, ὅπου ἐκοιμήθη τό 1979.

 

Χρῆστος Ι. Ἰστίκογλου

Ψυχίατρος

«Ἐνοριακή Εὐλογία» Ἀρ. Τεύχους 236

Ἀπρίλιος 2022