Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος ὁ ἐξ Οἰκονόµων καί οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας

Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος
ὁ ἐξ Οἰκονόµων
 καί οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας

 

Στό τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ πού κυκλοφορήθηκε τόν προηγούµενο Σεπτέµβριο  (2022) ἀναφερθήκαµε στό ζήτηµα τῶν σχέσεων τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Νόµων τῆς Πολιτείας ἤ, ὅπως ἔχει καθιερωθεῖ τά τελευταῖα χρόνια νά λέγεται, στό ζήτηµα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Τό ζήτηµα αὐτό ἀλλάζει µορφή καί διατύπωση ἀπό ἐποχή σέ ἐποχή, ὁ πυρήνας του, ὅµως, µπορεῖ νά διατυπωθεῖ ἐπιγραµµατικά ὡς τό διαρκῶς ἐπίκαιρο ἐρώτηµα: «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ ἤ ἀνθρώποις»;

Στό ἐρώτηµα αὐτό ἔχουν δοθεῖ κατά τούς καιρούς καί τίς περιστάσεις διάφορες ἀπαντήσεις, ἀνάλογα µέ τήν πίστη καί τήν κοσµοθεωρία, ἀλλά καί τήν ἀπόλυτη ἤ συµβιβαστική ἰδιοσυγκρασία τοῦ καθενός. Ἔτσι, ἄλλοι ὑποστήριξαν ἔργῳ καί λόγῳ τήν ὑπεροχή τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἄλλοι ἐπιχειρηµατολόγησαν ὑπέρ τῆς «νόµῳ κρατούσης Πολιτείας» καί ἄλλοι ἐπιχείρησαν, προφάσει ἤ ἀληθείᾳ, νά ἐπιτύχουν ἕναν, ἴσως ἀδύνατο, συγκερασµό τῶν ἀντίθετων ἀπόψεων.

Μεταξύ ἐκείνων πού τάχθηκαν χωρίς ἐπιφυλάξεις ὑπέρ τῆς ὑπεροχῆς τῶν Ἱερῶν Κανόνων περιλαµβάνεται ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος ὁ ἐξ Οἰκονόµων, ἕνας πολυγραφώτατος λόγιος ἱερέας τοῦ 19ου αἰῶνος, τοῦ ὁποίου τό ὄνοµα εἶναι ἴσως γνωστό ἀκόµη σέ ἀρκετούς, πολύ λίγοι, ὅµως, εἶναι πιά ἐκεῖνοι πού γνωρίζουν τό ἀκριβές περιεχόµενο τοῦ ἤδη δυσεύρετου ἔργου του.

Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος συνέδεσε τό ὄνοµά του κυρίως µέ τούς ἀγῶνες κατά τῆς πραξικοπηµατικῆς καί αὐθαίρετης ἀνακήρυξης τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή σχεδιάσθηκε ἀπό τόν ἐκ τῶν Ἀντιβασιλέων Γ. Μάουρερ καί ἐκτελέσθηκε, µέ πρωτεργάτη τόν ἀρχιµανδρίτη Θεόκλητο Φαρµακίδη. Ἀπαραίτητη, ὅµως, νοµίζουµε, εἶναι στό σηµεῖο αὐτό µιά διευκρίνιση, ἡ ὁποία συνήθως παραλείπεται ἤ δέν τονίζεται ἀρκετά: ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος ἦταν ὑπέρ τῆς ἀνακήρυξης τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὑποστήριζε, ὅµως, σθεναρά καί µέ πλῆθος ἐπιχειρηµάτων κάτι πού δέν ἦταν γιά τούς περισσότερους συγχρόνους του αὐτονόητο. Ὅτι, δηλαδή, ἡ ἀνακήρυξη ἔπρεπε νά γίνει σύµφωνα µέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί ὄχι κατά παράβαση αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου, ὁ πρωταγωνιστικός του ρόλος στή διαµάχη περί τοῦ Αὐτοκεφάλου, δέν πρέπει νά µᾶς κάνει νά παραβλέψουµε τό λοιπό ἐξ ἴσου σηµαντικό ἔργο του καί, ἰδίως,  τό παντελῶς λησµονηθέν καί εἰσέτι ἀναξιοποίητο τετράτοµο ἔργο του µέ τόν τίτλο «Περί τῶν Ο’ ἑρµηνευτῶν τῆς Θείας Παλαιᾶς Γραφῆς», ὅπου µέ πολυµαθῆ ἱστορικά, γλωσσολογικά καί ἑρµηνευτικά ἐπιχειρήµατα ὑπερασπίζεται τό κῦρος, τήν ἀκρίβεια καί τήν ὑπεροχή τῆς µετάφρασης τῶν Ἑβδοµήκοντα ἔναντι τῶν ἄλλων µεταφράσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Δέν εἶναι, ἐν προκειµένῳ, ὁ σκοπός µας νά ἀφηγηθοῦµε µέ περισσότερες λεπτοµέρειες τήν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων καί νά παραθέσουµε τίς ἱστορικές περιστάσεις τῆς ἀνακήρυξης τοῦ Αὐτοκεφάλου, τό σχῖσµα πού προκλήθηκε καί τήν ἀποκατάσταση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας µέ τήν ἔκδοση τοῦ Τόµου τοῦ 1850. Ἐπισηµαίνουµε, ὅµως, ὅτι στό ἔργο τοῦ Οἰκονόµου µπορεῖ κανείς νά ἀνεύρει πληθώρα πληροφοριῶν γιά τά γεγονότα ἐκεῖνα καί ἰδίως γιά τίς µεθοδεύσεις πού µετῆλθε ἡ παράταξη τοῦ Θ. Φαρµακίδη, εἴτε γιά νά πείσει, εἴτε γιά νά πιέσει τόν Ἑλληνικό Κλῆρο, ὥστε νά προσχωρήσει στήν αὐθαίρετη ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου. Ἔτσι τό ἔργο του εἶναι ἰδιαιτέρως χρήσιµο καί ἀπό τήν πλευρά αὐτή, καθώς παρουσιάζει µιά ἀναµφισβήτητη καί ἐντυπωσιακή ἐπικαιρότητα. Κρίνουµε, ἑποµένως, σκόπιµο νά παραθέσουµε κάποια ἀποσπάσµατα ἀπό τά γραπτά κείµενά του, ὥστε νά τεκµηριώσουµε τόν ἰσχυρισµό µας περί τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἐπικαιρότητας τοῦ ἔργου του.

Ἀναφέρεται γιά παράδειγµα ὡς ἑξῆς στόν γενικό χαρακτῆρα τοῦ νοµοθετικοῦ ἔργου τῆς Ἀντιβασιλείας: «Ὁ Βαυαρός νοµοθέτης τῆς Ἑλλάδος συµφορήσας (=ἀφοῦ συνέλεξε µέ τρόπο πρόχειρο) ἐκ παντοίων τῆς Εὐρώπης νοµογράφων (=νοµοθετῶν) καί µάλιστα τῶν ἐλευθεροφρόνων, ὅσους νόµους ἔκρινε καλούς καί συµφώνους πρός τάς ἰδίας αὐτοῦ δοξασίας καί προαιρέσεις ἐπέστησε τούτους τροφούς καί σωφρονιστάς καί παιδαγωγούς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους…». Ὅσον ἀφορᾶ δέ στήν ἐκπαιδευτική πολιτική τῆς ἐποχῆς, ἐπισηµαίνει: «Τό δέ χείριστον ὅτι καί αὐτή ἡ θεολογική καθέδρα φέρει τήν βαφήν τῆς µεταρρυθµίσεως, (ἴσως δι’ ἀµαθῆ δοκησισοφίαν µᾶλλον ἤ διά κακόφρονα προαίρεσιν ἀποκλίνοντος τοῦ θεολόγου καί εἰς καινοτοµίας). Ὅθεν καί τῶν ἐν αὐτῷ (=τῷ Πανεπιστηµίῳ) παιδευοµένων κληρικῶν ὀλίγοι τινές ἐξῆλθον ὑγιεῖς τό πάτριον φρόνηµα, οἱ δέ πλεῖστοι πλήρεις οἰήσεως καί καταφρονήσεως πρός πολλά τῆς Ἐκκλησίας σωτήρια διδάγµατα. Ἐκ τούτων ἔσονται οἱ διάδοχοί των ἤδη πάντων σχεδόν γεγηρακότων Ἀρχιερέων τῆς Ἑλλάδος καί οἱ ἱεροκήρυκες καί οἱ διδάσκαλοι τῆς θεολογίας!» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», ἐκδ. Σοφοκλέους Κ. τοῦ ἐξ Οἰκονόµων, Τόµος Γ’, σελ.295-296).

Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος ἔβλεπε καθαρά ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική πολιτική τῆς ἐποχῆς ἀπέβλεπε στήν ἀφοµοίωση (καί ἑποµένως στήν ὑποταγή καί ἐξουδετέρωση) τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου πρός τούς κοσµικούς κρατικούς ὑπαλλήλους: «Ὥστε καί τό θειότατον τῆς ἱεραρχίας ἀξίωµα παντάπασιν ἐξηνθρωπίσθη καί ἐκοινώθη, θεωρούµενον ὡς ἄν πολιτική τις ὑπάλληλος τῆς κυβερνήσεως ἀρχή καί ὁ ἐπίσκοπος ἐνοµίσθη ρασοφόρος τις νοµάρχης ἤ διοικητής, διοριζόµενος ἤ ὀνοµαζόµενος ἤ µετατοπιζόµενος ἤ καί παυόµενος καί ὑπό µόνης (ὅταν τύχῃ), τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας! Καί δικαίως λοιπόν ὁ Μαούρερος καί αὐτή ἡ ἐπιτροπή ὀνόµαζε τόν βασιλέα τῆς Ἑλλάδος αὐτολεξεί κεφαλήν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας!» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ’, σελ.153).

Ὅπως, ὅµως, ἐπισηµαίνει, κάνοντας µιά βαρυσήµαντη Ἱστορική ἀναδροµή, ἡ ἐπιδιωκόµενη καί ἐν πολλοῖς ἐπιτευχθεῖσα ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας στήν Πολιτεία ἀνέτρεψε τήν ἱστορικῶς καί κανονικῶς καθιερωµένη τάξη: «Οἱ Βυζαντινοί περί τῆς Ἐκκλησίας Νόµοι ἰσχύουσιν ἐπί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγµάτων, οὐχί καθ’ ὅ νόµοι πολιτικοί πρός κοσµικάς µεταβαλλόµενοι περιστάσεις, ἀλλά καθ’ ὅ διατάξεις ὀρθοδόξων Αὐτοκρατόρων, τήν µίαν καί ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν προστατευόντων καί τάς ἁγίας οἰκουµενικάς ἑπτά Συνόδους ἀποδεχοµένων, ὡς τό ἅγιον Εὐαγγέλιον (ὡς ἔλεγεν ὁ ἀοίδιµος αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Σοφός). Διά τοῦτο µετά τῶν ἁγίων Συνόδων καί αὐτοί οἱ Αὐτοκράτορες τούς περί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγµάτων νόµους αὐτῶν καθυπέταξαν εἰς τό κράτος τῶν Θείων κανόνων, ὁρίζοντες ὅτι «οἱ τοῖς κανόσιν ἐναντιούµενοι πραγµατικοί τύποι (=νόµοι βασιλικοί) ἄκυροι εἰσίν (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ’, σελ.153)». Ἀκόµη, ἀναφέρει σχετικῶς: «Ποτέ οἱ εὐσεβεῖς Αὐτοκράτορες δέν ἐθέσπιζον περί ἐκκλησιαστικῶν αὐτογνωµόνως νόµους καί τούτους ἐναντίον τῶν Θείων Κανόνων. Ἐξ ἐναντίας οἱ ἀοίδιµοι ἐκεῖνοι ἐθέσπιζον “νόµων τάξιν ἐπέχειν τούς ἐκκλησιαστικούς Κανόνας τούς ὑπό τῶν ἁγίων ἑπτά Συνόδων ἐκτεθέντας ἤ βεβαιωθέντας”, “τῶν γάρ προειρηµένων ἁγίων Συνόδων τά δόγµατα καθάπερ τάς Θείας Γραφάς δεχόµεθα”… καί “κατά τῶν Κανόνων µηδέν πραγµατικόν (=κρατικός νόµος) ἰσχύση. Ὅλα τά πραγµατικά ἀργήσει. Οἱ Κανόνες κρατείτωσαν”» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ’, σελ.544).

Στό ἐπιχείρηµα τῶν ἀντιπάλων του ὅτι ἡ «ἐκκλησιαστική µεταρρύθµιση» τῆς Ἀντιβασιλείας εἶχε ὡς πρότυπο τήν προηγηθεῖσα ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Μεγάλου Πέτρου τῆς Ρωσσίας, ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος ἔδιδε τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «ἡ Σύνοδος τῆς Γραικορωσσικῆς Ἐκκλησίας οὐδένα παρέβη τῶν Συνοδικῶν Ἁγίων Κανόνων… οὐδ’ ἄλλην οὐδεµίαν εἰς τούς ἱερούς τῶν Πατέρων θεσµούς ἐπέφερε καινοτοµίαν, ὁποίας κατετόλµησεν ἡ κατά τό Σχέδιον αὐθαιρέτως συστᾶσα Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος… Αὐτός ὁ ἀοίδιµος καί ὀρθοδοξώτατος Αὐτοκράτορας Πέτρος ὁ Α΄ συγκαλέσας τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ρωσσίας ἐπρόβαλε τό πρᾶγµα καί παρέθετο τήν βουλήν εἰς αὐτούς». (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ’, σελ.465-6). «Ὁ Μαούρερος ὀλίγον παρωµοίαζε τήν ἀοίδιµον Αἰκατερίναν τήν Β΄, ἤτις εἰς ἥν κατέστησεν ἐπιτροπήν ἐπί σχεδίῳ νέου Νοµικοῦ Κώδικος, παρήγγειλεν ἵνα φεύγωσι τούς νόµους, ὅσοι µή συµφωνοῦσι πρός τά διατάγµατα τῆς Ἱερᾶς ἡµῶν Πίστεως…» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ΄, σελ.295). «Κατά τήν Ρωσσίαν ὁ (κρατικός) ἐπίτροπος ἀντιπροσωπεῖ παρά τῇ Συνόδῳ Κράτος Ὀρθόδοξον, κυριεύουσαν τοῦ ἔθνους Ἐκκλησίαν ἔχον καί διακηρῦττον τήν Ὀρθόδοξον. Ἀντιπροσωπεῖ Αὐτοκράτορα Ὀρθόδοξον καί µήτε κεφαλήν, µήτε ἀρχηγόν ἤ Κυριάρχην, ἀλλά προστάτην καί ὑπερασπιστήν τῆς Ἐκκλησίας κεκηρυγµένον..» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ’, σελ. 212).

Ἰδιαίτερη σηµασία ἔχει δέ τό γεγονός ὅτι ἐναντιώθηκε σέ µιά τό πρῶτον τότε εἰσαχθεῖσα µέ πρόφαση συµβιβαστική, ἀλλά ἀσύστατη κατά βάθος διαίρεση τῆς Μίας Ἐκκλησίας «εἰς δύω µέρη, ὑπό δύω κυρίους διατελοῦντα, εἰς µέρος δηλαδή ἐσωτερικόν ἤ πνευµατικόν καθ’ ὅ µόνον ἡ Ἐκκλησία ἔχει κεφαλήν τόν Χριστόν καί εἰς µέρος πολιτικόν, καθ’ ὅ γνωρίζει ἀρχηγόν τόν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ΄, σελ. 60).

 Ἡ διαίρεση αὐτή, ὑπό παραλλάσσουσα κατά καιρούς διατύπωση, ἐπρόκειτο νά ἔχει µακρά ἐφαρµογή στό πλαίσιο τῆς νέας Ἑλληνικῆς Ἱστορίας καί ἔχει ἀποτυπωθεῖ τόσο στούς νόµους τοῦ κράτους, ὅσο καί στή νοµολογία τῶν δικαστηρίων. Ἔτσι, σήµερα γίνεται δεκτό χωρίς περαιτέρῳ διερώτηση, ὡς ἕνα αὐτονόητο, ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐπισκόπων ἀτοµικῶς ἤ ἐν Συνόδῳ συλλογικῶς εἶναι δυνατόν νά ἐλεγχθοῦν, (ἄρα καί νά ἀκυρωθοῦν), ἀπό τά δικαστήρια (ἄρα ἀπό κρατικά ὄργανα) κατά τό µέρος τους ἐκεῖνο πού ἔχουν χαρακτῆρα (τάχα) καθαρά «διοικητικό», ἐνῷ παραµένουν ἀπρόσβλητες κατά τό µέρος τους ἐκεῖνο πού ἔχουν χαρακτῆρα (τάχα) µόνο «πνευµατικό», ὡσάν, δηλαδή, νά ὑπάρχουν Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί µάλιστα Οἰκουµενικῶν Συνόδων, ὅπως ἰδίως ἐκεῖνοι πού ἀναφέρονται στή διοίκηση τῆς περιουσίας της, πού νά µήν ἔχουν χαρακτῆρα θεόπνευστο καί πνευµατικό! Γιά παράδειγµα, διαβάζουµε σέ µιά παλαιότερη δικαστική ἀπόφαση τοῦ 1932: «διά συνταγµατικοῦ κύρους περιεβλήθησαν οὐχί πάντες οἱ ἱεροί κανόνες, ἀλλά µόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τό δόγµα, ἤτοι οἱ σχετιζόµενοι πρός τήν ὀρθόδοξον πίστιν, τήν θρησκευτικήν διδασκαλίαν καί τήν θείαν λατρείαν. Ἅπαντες οἱ λοιποί κανόνες δέν κατοχυρώθησαν συνταγµατικῶς καί δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείµενον νοµοθετικῆς ἤ ἄλλης ρυθµίσεως»! Μέ τόν τρόπο δέ αὐτό «ἡ εἰς δύω µέρη διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό δύω κυρίους διατελοῦντα, εἰς µέρος δηλαδή ἐσωτερικόν ἤ πνευµατικόν καθ’ ὅ µόνον ἡ Ἐκκλησία ἔχει κεφαλήν τόν Χριστόν (ἤ, κατά τή δικαστική διατύπωση, τούς Ἱερούς Κανόνες) καί εἰς µέρος πολιτικόν, καθ’ ὅ γνωρίζει ἀρχηγόν τόν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος» (ἤ, κατά τή δικαστική διατύπωση, τίς νοµοθετικές ἤ ἄλλες ρυθµίσεις) βρῆκε καί τή δικαστική της ἐπικύρωση.

Γιά τόν Κωνσταντῖνο Οἰκονόµο, ὅµως, µιά τέτοια διαίρεση τῶν ἁρµοδιοτήτων τῆς Μίας Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός σέ «πνευµατικές» ἤ «ἐν πνεύµατι» καί ἀφ’ ἑτέρου σέ «διοικητικές», «περιορίζει καί συγκόπτει τήν θεόσδοτον δύναµιν τῆς Ἐκκλησίας». Διότι «ἡ Ἐκκλησία ἔλαβε παρά τοῦ αἰωνίου αὐτῆς νυµφίου καί βασιλέως δύναµιν οὐ µόνον 1) τοῦ διδάσκειν καί 2) τοῦ ἱερουργεῖν, ἀλλά καί 3) τοῦ ποιµαίνειν τόν λαόν τοῦ Κυρίου καί διοικεῖν µετ’ ἐξουσίας πνευµατικῆς κατά τούς ὅρους καί θεσµούς τούς ἐν ἁγίῳ Πνεύµατι θεσµοθετηθέντας… Ἐπί τῆς πνευµατικῆς κοινότητος τῶν πιστῶν οὐδέν κυριαρχίας ἔχει δικαίωµα ἡ κοσµική καί πολιτική ἐξουσία. Προστάτης δέ µόνον καί ὑπερασπιστής ἀείποτε ὁ πιστός βασιλεύς ἐγνωρίσθη εἰς τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, σεβόµενος καί στηρίζων καί προστατεύων τά δικαιώµατα τῆς πνευµατικῆς αὐτῆς ἐξουσίας καί διοικήσεως κατά τήν θείαν θεσµοθεσίαν» (βλ. Τά σωζόµενα Ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα», Τόµος Γ΄, σελ. 217).

 

Νοµοµαθής

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»  Ἀρ. Τεύχους 243

Νοέμβριος 2022