ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

«µοναχός Κ. στεκόταν καταµεσίς τοῦ περιτριγυρισµένου ἀπό ψηλό µαντρότοιχο βοτανόκηπου. Κοίταζε σκεφτικά γύρω του, τό µελαγχολικό ἀλλά εὐχάριστο θέαµα τῶν φυτῶν, πού τέντωναν τά σχεδόν γυµνά καί χωρίς χρῶµα κλαδάκια τους. Τά περισσότερα φύλλα εἶχαν πέσει καί τά κοτσανάκια τους σκούρυναν καί σφίχτηκαν ζαρωµένα, σάν ἀποσκελετωµένα δάχτυλα πεισµατικά γαντζωµένα στά τελευταῖα ἀποµεινάρια τοῦ καλοκαιριοῦ. Ὅλα τά ἀρώµατα εἶχαν συµπυκνωθεῖ σέ ἕνα, στό ἄρωµα τῆς ὡριµότητας καί τῶν σάπιων φύλλων, γλυκό ἀκόµα, ἀλλά µέ τήν ὑγρή γλυκύτητα τοῦ τέλους τῆς συγκοµιδῆς, τῆς συνδυασµένης µέ τήν ἀρχή τῆς ἀποσύνθεσης.

   Τό κρύο δέν εἶχε κάνει αἰσθητή τήν παρουσία του ἀκόµα. Ἡ ἥπια µελαγχολία τοῦ Νοέµβρη κρατοῦσε ἀκόµα τό ὑγρό χρυσάφι της γιά νά το ἁπλώσει πάνω στά πεσµένα φύλλα καί στίς λοξές ἡλιαχτῖδες πού γλιστροῦσαν ἀνάµεσα στά φυλλώµατα.

   Ὅλα τά µῆλα βρίσκονταν µαζεµένα στίς ἀποθῆκες, ὅλο τό καλαµπόκι ἀλεσµένο στούς µύλους, τό ἄχυρο τακτοποιηµένο σέ δεµάτια, µέ τά πρόβατα νά καθαρίζουν ἐλεύθερα ὅ,τι λίγο εἶχε ἀποµείνει στά χωράφια.

   Ποτέ µέχρι ἐκείνη τή στιγµή δέν εἶχε βρεῖ χρόνο νά σταθεῖ νά συνειδητοποιήσει αὐτή τήν ἰδιαίτερη χαρακτηριστική ποιότητα τοῦ Νοέµβρη, τήν ὡριµότητά του καί τή σιωπηλή θλίψη του. Ὁ χρόνος δέν διασχίζει τίς ἐποχές βαδίζοντας σέ εὐθεῖα γραµµή, ἀλλά σέ κύκλο, φέρνοντας τόν κόσµο καί τόν ἄνθρωπο πίσω στό λυκαυγές καί στό µυστήριο, ἐκεῖ ὅπου τά πάντα ξεκίνησαν καί ἀπό ὅπου πρόκειται καί πάλι νά ξεκινήσει µιά νέα σπορά καί µιά νέα γενεά.

Οἱ ἡλικιωµένοι, σκέφτηκε ὁ µοναχός, πιστεύουν σέ αὐτό τό νέο ξεκίνηµα, ἀλλά βιώνουν τό τέλος. Ἴσως, αὐτός εἶναι ὁ τρόπος µέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός µοῦ ὑπενθυµίζει ὅτι πλησιάζω τόν δικό µου Νοέµβρη. Καί λοιπόν; Γιατί νά στενοχωρηθῶ; Ὁ Νοέµβρης κρύβει τόση ὀµορφιά. Ἡ συγκοµιδή εἶναι τακτοποιηµένη πιά στούς ἀχυρῶνες καί ἡ νέα σπορά περιµένει ἕτοιµη. Δέν ὑπάρχει λόγος νά περιµένει κανείς καί νά ἀνησυχεῖ πότε θά σπείρει, κάποιος ἄλλος θά τό κάνει ἀντί γι᾽αὐτόν. Ἔτσι µπορεῖς νά ἐπιστρέψεις µέ βαθειά ἱκανοποίηση στή γῆ µαζί µέ τά ὑγρά, εὐγενικά, ἀποσκελετωµένα φύλλα, πού ἔχουν γίνει τόσο λεπτεπίλεπτα, σάν τόν ἱστό µιᾶς ἀράχνης καί ἀναλύονται σέ λυωµένο χρυσάφι.

   Τά χρώµατα τοῦ τέλους τοῦ φθινοπώρου εἶναι τά χρώµατα πού ἔχει τό ἡλιοβασίλεµα: τά χρώµατα τοῦ ἀποχαιρετισµοῦ τοῦ χρόνου καί τοῦ ἀποχαιρετισµοῦ τῆς µέρας. Καί τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου; Καί λοιπόν; Ἄν εἶναι ἡ ζωή µας νά τελειώσει µέσα σέ µιά τέτοια ὁλόχρυση δόξα, δέν εἶναι καθόλου ἄσχηµο τέλος…» (Peters Ellis: Brother Cadfael’s Penance, HEADLINE BOOK PUBLISHING 1994)

   Ἡ ἀλλαγή τῆς ὥρας µοῦ ἔφερε στό νοῦ αὐτό τό ἀπόσπασµα ἀπό ἕνα παληό βιβλίο, ἕνα ἱστορικό µυθιστόρηµα πού διαδραµατίζεται τόν 13ο αἰῶνα. Μοῦ ἔφερε στό νοῦ κάτι πολύ ἁπλό, ἀλλά καί πολύ λησµονηµένο: ὅτι ἡ γῆ αὐτή φτιάχτηκε γιά νά γίνει ἡ παρηγοριά, τό καταφύγιο καί ἡ ἀνάπαυση τοῦ ἀνθρώπου. Καί πολλά περισσότερα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν λέξεις –σέ καµµία γλώσσα, οὔτε στήν πιό ποιητική καί στήν πιό πλούσια– πού νά χρησιµοποιήσει κανείς γιά νά περιγράψει τό δεσµό πού τόν δένει µέ τή γῆ, ἀπό ὅπου προέρχεται καί ὅπου θά ἐπιστρέψει. Ἡ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ἀπό τό ὁποῖο δανειστήκαµε τό ἀπόσπασµα ἦταν δεινή στίς περιγραφές –ἀπό τούς δεινότερους συγγραφεῖς– ἀλλά καί πάλι, ὅταν κάποιος στέκεται µπροστά σέ ἕνα ὁλόχρυσο δειλινό τοῦ Νοεµβρίου, καταλαβαίνει πώς, ὅλα τά λόγια, ὅσο κι ἄν εἶναι ποιητικά καί πλούσια, εἶναι πολύ λίγα καί πολύ φτωχά.

   Γιατί νά εἶναι ἔτσι; Τόσα ...“δισεκατοµµύρια”(!) χρόνια ‘‘ἐξέλιξης’’, πού ξεκίνησε ἀπό κάτι ἀπειροελάχιστο µέσα στήν ἀνυπαρξία, µέσα στό σκοτάδι, χωρίς γνώση, χωρίς χρόνο, χωρίς ζωή, εἶναι δυνατόν νά στερέωσε στό τίποτα, χωρίς ἀρχιτεκτονικό σχέδιο, χωρίς γέφυρες, χωρίς κολῶνες καί στηρίγµατα, µιά ἁρµονία, µιά ζωή, µιά ὀµορφιά, πού ἄλλα τόσα “δισεκατοµµύρια” χρόνια ἐξέλιξης τόσων πολλῶν γλωσσῶν εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψουν; Εἶναι δυνατόν τό τίποτα νά φτιάξει κάτι; Ἄν βουλώσει ὁ νεροχύτης µου καί ξεχειλίζουν τά νερά ἐγώ θά σταυρώσω τά χέρια µου καί θά περιµένω νά περάσουν ἕνα ἑκατοµµύριο χρόνια τίποτα, µέ τήν ἐλπίδα ὅτι µέσα σέ αὐτό τό διάστηµα, θά ἔρθει µιά στιγµή πού θά ξεβουλώσει ὁ νεροχύτης µου;

   Πότε τό τίποτα ξεκίνησε νά µετράει; Ἀπό ποιό τίποτα πήραµε ἐµεῖς τό χρόνο; Καί φτιάξαµε ρολόγια καί παίζουµε µέ αὐτά, σάν µικρά καί ἀνόητα παιδιά πού εἴµαστε, βάζοντάς τα µιά ὥρα µπροστά καί µιά ὥρα πίσω (σάν ὁ χρόνος νά εἶναι πίτσα πού τήν κόβουµε κοµµάτια, περισσότερα ἤ λιγότερα, κατά πῶς µᾶς βγαίνει τό µέτρηµα) καί προσπαθοῦµε νά διδάξουµε κι αὐτό τό ἀπολίθωµα, τόν ἥλιο –πού δέν λέει νά ἐξελιχθεῖ ὅπως ἐµεῖς, καί ἐπιµένει νά ἀγνοεῖ τή ‘‘σοφία’’ µας καί τή ‘‘γνώση µας’’– πότε ἀκριβῶς τόν θέλουµε κάθε φορά νά ἀνατέλλει καί να δύει. Τοῦ λέµε ὅτι πρέπει νά συγχρονιστεῖ µέ τά ἠλεκτρονικά ρολόγια µας, γιατί ὅταν αὐτά δείχνουν µεσηµέρι, ἐκεῖνος δέν βρίσκεται στή σωστή θέση! Οἱ ἐπιστήµονές µας ἔχουν γράψει τόσες ἐργασίες πάνω στό θέµα τῆς διαφορᾶς τῆς ἠλεκτρονικῆς ὥρας µέ τήν ὥρα πού θέλει νά µᾶς ἐπιβάλλει αὐτός ὁ πύρινος δικτατορίσκος. Πόσο δύσκολο εἶναι πιά νά  τό καταλάβει; Δέν ἔχει πάρει ἀκόµα εἴδηση ὅτι ἡ ἐποχή τοῦ τίποτα πέρασε καί τό ἀφεντικό εἴµαστε πιά ἐµεῖς;

   Κάποτε, ἕνας ἀγανακτισµένος Ἀπόστολος Παῦλος, ἀναφωνοῦσε: «Ὦ ἀνόητοι Γαλάτες»… Καί, ἐπειδή ἡ ἀνοησία δέν εἶναι ἀποκλειστικό προνόµιο ἑνός καί µόνο λαοῦ (δέν θά ἐπιτρέψουµε τό ρατσισµό στόν Ἀστερίξ καί στούς συντοπίτες του) θά βάλουµε κι ἐµεῖς τόν ἑαυτό µας συµµέτοχο στήν Γαλατική ἀνοησία καί θά ἀναφωνήσουµε:

   Ὦ ἀνόητη ἀνθρωπότητα! Ἄν Αὐτός πού σοῦ δηµιούργησε αὐτήν τήν Ὡραιότητα, πού δέν µπορεῖς νά περιγράψεις µέ λόγια καί στή χάρισε, δέν ἦταν Ὡραῖος πέρα ἀπό κάθε λόγο καί κάθε ἔννοια καί κάθε φαντασία καί κάθε δική σου µικρή καί µεγάλη, περιορισµένη καί ἀπεριόριστη πραγµατικότητα, ἐσύ θά βρισκόσουν στήν ἀνυπαρξία, ἀπό ὅπου καί ξεκίνησες. Γιατί ἡ Ὡραιότητα προέρχεται ἀπό τόν Ὡραῖο, ἡ Ἁρµονία προέρχεται ἀπό τήν Πηγή της, ἡ Μουσική (αὐτή πού ἀκοῦς καί αὐτή πού δέν ἀκοῦς, ἀλλά ὐπάρχει) προέρχεται ἀπό τόν Μουσικό της καί τά πάντα, αὐτά πού ἐπεθύµησε καί ἐπιθυµεῖ ἡ ταλαίπωρη καί παραζαλισµένη ψυχή σου, προέρχονται ἀπό Τόν Μόνο πού µπορεῖ νά σοῦ τά δώσει, ὅταν θά πάψεις νά θέλεις νά τά ἁρπάξεις µόνη σου.

   Ἄσε λοιπόν τήν ὥρα ἥσυχη καί ψάξε νά βρεῖς τόν Ἄχρονο Χρόνο. Ἄσε τόν ἥλιο νά κάνει τή δουλειά του, γιατί τήν ξέρει καλά καί στάσου µόνο µέ εὐγνωµοσύνη κάτω ἀπό τό χρυσάφι του, πού στό προσφέρει δωρεάν. Καί σκύψε νά πάρεις µιά χούφτα ἀπό τό ζεστό, ζωντανό χῶµα καί κράτησέ το στήν παλάµη σου καί ζήτησέ του νά σοῦ µάθει τό µυστικό τῆς ζωῆς, πού τό ἔµαθε, ὄχι ἀπό τό τίποτα πρίν ἀπό δισεκατοµµύρια χρόνια, ἀλλά ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, τώρα καί πάντα καί συνέχεια. Καί ζήτησε συγνώµη κι ἀπό τόν ἥλιο πού δέν σέβεσαι κι ἀπό τή γῆ πού καταστρέφεις κι ἀπό τά ζωντανά πού ἀφανίζεις κι ἀπό τά δέντρα πού καῖς, γιατί τό µόνο πού πέτυχες στά ... “ἑκατοµµύρια” χρόνια σου (τά µετρηµένα µέ τόν ἴδιο λοξό καί ἄσχετο τρόπο πού µετρᾶς τίς ὧρες σου) εἶναι νά σκοτώνεσαι, νά σκοτώνεις καί νά καταστρέφεις ὅ,τι δέν µπορεῖς νά φτιάξεις.

   Ἀλλιῶς, ὅταν βουλώσει ὁ νεροχύτης σου, σταύρωσε τά χέρια σου καί περίµενε τό τίποτα νά σοῦ τόν ξεβουλώσει!

Γιά Σχόλια:  ninetta1.blogspot.com         Νινέττα Βολουδάκη

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»  Ἀρ. Τεύχους 243

Νοέμβριος 2022