Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἠλιού

Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἠλιού

 

Ὁ Προφήτης πρός τόν Θεόν:

«Ἐγκατέλιπόν σε οἱ υἱοί Ἰσραήλ καί ὑπολέλειμμαι ἐγώ μονώτατος».

 

Ὁ Θεός πρός τόν Προφήτην:

«Καταλείψεις ἐν Ἰσραήλ ἑπτά χιλιάδας ἀνδρῶν, πάντα γόνατα, ἅ οὐκ ὤκλασαν γόνυ τῷ Βάαλ, καί πᾶν στόμα, ὅ οὐ προσεκύνησεν αὐτῷ».

 

(Βιβλίον: Γ ΄ Βασιλειῶν, κεφάλαιον 19, στῖχοι 10 καί 18).

 

Εἰσαγωγικά:

 

Στό πρωτότυπο ἑβραϊκό κείμενο, τό ἀνωτέρω ρῆμα «καταλείψεις» εἶναι σέ πρῶτο πρόσωπο: «καταλείψω» (δηλαδή, ἐγώ ὁ Θεός· ὅπερ καί τό σωστότερο). Ἐπίσης, ὑπάρχει καί ἄλλη γραφή τοῦ ἰδίου στίχου, πού ἀναφέρει: «καί κατέλιπον ἐμαυτῷ (ἐγώ ὁ Θεός), ἑπτά χιλιάδας ἀνδρῶν, οἵτινες οὐκ ἔκλιναν γόνυ τῷ Βάαλ».

Τό νόημα βεβαίως εἶναι τό ἴδιο.

 

Μία ἀπό τίς ὡραιότερες ἁγιολογικές ἑορτές τοῦ καλοκαιριοῦ εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Προφήτου Ἠλιού, στίς εἴκοσι (20) Ἰουλίου. Μάλιστα, ἐπειδή δέν πρόκειται γιά κοίμηση τοῦ Προφήτου, δηλαδή γιά «μνήμη» αὐτοῦ, τό Συναξάριον τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἔχει τήν ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτη ἀναγραφή: «Τῇ εἰκοστῇ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς ὡς εἰς οὐρανούς πυρφόρου ἀναβάσεως τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου».

Τό πρωτότυπο (original) ἑβραϊκό ὄνομα, δηλ. Ἐλιγιάχου, σημαίνει κατά λέξιν: Ὁ Θεός μου εἶναι ὁ Γιαχβέ (=ὁ Κύριος).

Ὅλοι γνωρίζουμε τίς διηγήσεις σχετικῶς μέ τόν βίο καί τήν θαυμαστή πολιτεία τοῦ ἑορταζομένου Προφήτου. Εἶναι μάλιστα τιμή γιά τήν Ἐνορία τοῦ Ἁγίου μας Νικολάου Πευκακίων τό γεγονός, ὅτι τό ἀριστερό παρεκκλήσιο-παστοφόριο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος εἶναι ἀφιερωμένο στόν Προφήτη Ἠλία καί, φυσικά, τελεῖται σ’ αὐτό ἡ Θεία Λειτουργία τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του.

Τό παρόν ἀρθρίδιο ἔχει ὡς βάση ἐκκινήσεως καί διατυπώσεως τά ἁγιογραφικά χωρία, πού ἀναγράφονται στήν ἐπικεφαλίδα του. Ὁ Προφήτης μας, φοβούμενος τήν ὀργή τῆς ἀσεβοῦς βασιλίσσης Ἰεζάβελ, πού τόν ἀπειλεῖ μέ θάνατο, ὄχι μόνο φεύγει σέ ἔρημο τόπο γιά νά σωθεῖ, ἀλλ’ ἐπί πλέον παραπονεῖται, τρόπον τινά, πρός τόν Θεόν, ὅπως διαβάζουμε στό πρῶτο χωρίον τῆς ἐπικεφαλίδος μας. Ὅλοι δηλαδή ἐγκατέλειψαν Ἐσένα, Κύριε, «κατέσκαψαν» τά Ἱερά θυσιαστήριά Σου καί ἐγώ μόνο ἔμεινα πιστός καί ἀφωσιωμένος σέ Σένα, ὡς Ζηλωτής τῆς πίστεώς Σου. Στό δεύτερο χωρίον, ὁ Θεός ἀπαντᾶ στόν Προφήτη Του καί τοῦ ἀνακοινώνει κάτι πού αὐτός ἀγνοοῦσε, ὅτι δηλαδή δέν εἶναι «μονώτατος», ὅπως πίστευε, ἀλλά ὑπάρχουν ἑπτά χιλιάδες (7.000) Ἰσραηλίτες, πού παραμένουν τό ἴδιο πιστοί κι ἀφοσιωμένοι σ’ Αὐτόν, ὅπως κι ἐκεῖνος, καί δέν προσκύνησαν τόν Βάαλ.

Ἀπό ὅλα τά θαυμαστά γεγονότα τοῦ βίου τοῦ Προφήτου μας, προτιμήθηκε στήν παροῦσα γραφή ἡ συνομιλία αὐτή, Προφήτου καί Θεοῦ, διότι, κατά τήν γνωστή λαϊκή φράση, «ἡ Ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται». Πάντοτε, δηλαδή, σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς καί σέ ὅλες τίς ἱστορικές συγκυρίες, μέσα στόν διάβα τῶν ἐτῶν καί τῶν αἰώνων, ὁ Θεός εἶχε, ἔχει καί θά ἔχει, ἕως τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ἐκλεκτούς καί Ἁγίους, κάθε φυλῆς καί φύλου, κάθε κοινωνικῆς θέσεως, ἡλικίας, μορφώσεως, ὑγειονομικῆς καί σωματικῆς καταστάσεως κλπ. Ἐμεῖς μπορεῖ ἴσως νά πιστεύουμε ὅτι «ὅλος ὁ κόσμος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», φράση πού ἀληθεύει, καθότι ὑπάρχει γραμμένη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλ’ ὅμως πάντοτε ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχουν οἱ «καλῶς ἀθλήσαντες» καί ἀθλοῦντες, οἱ «καλῶς στεφανωθέντες», ἀλλά καί στεφανούμενοι καθ’ ἡμέραν. Εἶναι τό «λῆμμα» ἤ «τό μικρόν ποίμνιον», γιά τό ὁποῖον «ἔφη τό σεπτόν καί σεβάσμιον στόμα» τοῦ Χριστοῦ: «μή φοβοῦ, τό μικρόν ποίμνιον». Εἶναι αὐτοί, οἱ ἔστω ὀλίγοι, πού ὅμως «καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ», κατά τά λεγόμενα τῆς Παραβολῆς τοῦ Σπορέως· εἶναι οἱ «Στρατιῶται τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου», κατά τήν ἔκφραση τοῦ βιβλίου τῆς Παρακλητικῆς ἤ Ὀκτωήχου.

Ὁ Προφήτης ἀγνοοῦσε τήν ὕπαρξη τῶν ἑπτά χιλιάδων πιστῶν τοῦ Ἰσραήλ· καί νόμιζε, κατά τήν ὁμολογία του, ὅτι μόνο ἐκεῖνος εἶχε μείνει πιστός στόν Θεό· «ἐγώ ὑπολέλειμμαι μονώτατος». Αὐτό τό «ἐγώ», πού φαινομενικά παρουσιάζεται ἀθῶο, συνδυαζόμενο καί μέ τήν προηγούμενή του ἔκφραση «ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ», ἔδωσε ἀφορμή στούς διάφορους ὑπομνηματιστές καί ἑρμηνευτές Ἁγίους Πατέρες, νά σχολιάσουν κάπως δυσμενῶς τήν ζηλωτική αὐτή στάση τοῦ Προφήτου. Στό σημεῖο αὐτό, ἴσως μόνο σ’ αὐτό, ἀνακαλύπτουν κάποια ὑποψία ἀνεπαίσθητου καί ἀδιόρατου ἐγωϊσμοῦ στόν Προφήτη. Καί ἴσως γι’ αὐτό τό λόγο μάλιστα παραχώρησε ὁ Θεός νά φοβηθεῖ πρός στιγμήν ὁ Προφήτης τήν ἀπειλή μιᾶς ἄπιστης γυναίκας· φοβήθηκε ποιός; Αὐτός πού πρό ὀλίγου ἦταν ἀπτόητος, ὅπως διαβάζουμε στά σχετικά μέ τήν θυσία πού κατηνάλωσε τό πῦρ ἐξ οὐρανοῦ, μέ τήν σφαγή τῶν ἀσεβῶν ἱερέων πού ὁ ἴδιος ἐνήργησε, μέ τήν θαυμαστή βροχόπτωση πού διά στόματός του συντελέσθηκε καί ὅλα τά σχετικά. Γιά τόν ἀνεπαίσθητο καί ἀδιόρατο «μέ γυμνό ὀφθαλμό» ἐγωϊσμό του αὐτόν, δοκίμασε, ὡς μικρή καί πρόσκαιρη τιμωρία, τόν φόβο, τήν Θεο-εγκατάλειψη, σχολιάζουν σχετικῶς οἱ ἑρμηνευτές Ἅγιοι Πατέρες. Κι ἔτσι, ἀνεγνώρισε τήν ἀνθρώπινη ἀνεπάρκειά του.

Οἱ Ἅγιοι ἑρμηνευτές Πατέρες, μάλιστα, προχωροῦν ἀκόμη βαθύτερα. Κάνουν παραλληλισμό Ἠλιού-Ἰεζάβελ καί Ἀποστόλου Πέτρου-παιδίσκης τοῦ Καϊάφα. Νά, πού «ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται», ὅπως προανεφέρθη. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἐνῶ ὁ ἀψευδής Χριστός δηλοποιεῖ ὅτι «πάντες σκανδαλισθήσεσθε» τήν ὥρα τῆς προδοσίας καί τῶν παθῶν Του, ἐκεῖνος ὁμολογεῖ ὑπερηφάνως, ὅτι κι ἄν ὅλοι οἱ ἄλλοι συμμαθηταί μου σκανδαλισθοῦν, ἐγώ ὅμως «οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι». Κι ἔτσι, κατά τήν πρόγνωση τοῦ Κυρίου, ὑπέστη τό γνωστό ὀλίσθημα. Φοβήθηκε, ὄχι μιά βασίλισσα - ὅπως τέλος πάντων μέ τό δίκιο του φοβήθηκε ὁ Προφήτης - ἀλλά μιά ὑπηρέτρια. Καί ἔγινε ἀρνητής τοῦ Χριστοῦ, ἡ Πέτρα τῆς Πίστεως, ἕως τῆς ἀλεκτοροφωνίας, ὁπότε «ἔμαθε ἀφ’ ὧν ἔπαθε» νά μήν «ὑπεραίρεται».

Διδάγματα διαχρονικά γιά ὅλους μας αὐτά. Ὄχι μόνο δηλαδή, πάντοτε καί σέ κάθε δυσμενῆ περίσταση ἔχει ὁ Θεός τούς ἐκλεκτούς Του, ἀλλά καί ἐμεῖς οἱ ἐκ βρέφους, νηπιόθεν καί παιδιόθεν τρόφιμοι τῆς Ἐκκλησίας καί «δουλεύοντες τῷ Κυρίῳ», ἄς διαβάσουμε τόν ψαλμικό στίχο: «δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καί ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ». Μή τονίζουμε τό «ἐγώ ὑπολέλειμμαι μονώτατος» ἤ τό «ἐγώ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι» ἀντιστοίχως, σάν τούς δύο Γίγαντες τῆς πίστεως, Ἠλίαν καί Πέτρον. Ἀλλά μᾶλλον νά ὁμολογοῦμε τό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «οὐκ ἐγώ δέ, ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σύν ἐμοί». Κάτι τέτοιο ἄλλωστε ὑποδηλώνει καί ἡ ὑπόσχεση πού δίδουμε, ὅσοι λάβαμε τό Ἀγγελικό Μοναχικό Σχῆμα, μέ τήν φράση: «Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος (μοι), τίμιε Πάτερ», ἀπάντηση πού δίδουμε σέ κάθε ἐπερώτηση, σχετικῶς μέ τήν τήρηση τῶν μοναχικῶν ὑποσχέσεων. Δέν βασιζόμαστε στήν καλή μας θέληση, ἀλλά στήν συνεργία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, τό «δίδαγμα καί ρητόν» (Κατά τήν παλαιά τάξη τῶν Κατηχητικῶν μας Σχολείων), τό ὅτι δηλαδή «ἡ Ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται», ἰσχύει καί ὅσον ἀφορᾶ τήν χρησιμοποίηση τῆς ὁμολογίας καί προσευχῆς τοῦ Προφήτου («Κύριε, ἐγκατέλιπόν σε οἱ υἱοί Ἰσραήλ…κλπ.») ὡς κηρύγματος, γραπτοῦ ἤ προφορικοῦ, ἀπό ὅλους διαχρονικῶς τούς θεαρέστως κοπιῶντας ἐργάτας τοῦ Ἀμπελῶνος Κυρίου, δηλαδή ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς καί Ἱεροκήρυκες. Ἤδη, ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια, μέχρι σήμερα, βασιλεύει στά γραπτά ἤ προφορικά κηρύγματα τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ποιμένων ἡ γνωστή ἁγιογραφική ρήση, ὅτι «ὅλος ὁ κόσμος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Θά τήν ἀκοῦμε πάντοτε ὡς μονότονο ἰσοκράτημα, ἀληθές καί ἀποδεδειγμένο μέν, κουραστικό καί ἐπαναλαμβανόμενο δέ. Ἡ ἀναμφισβήτητη αὐτή ἀλήθεια, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, μᾶς σκιάζει – μερικῶς ἤ ὁλικῶς – τό χαρμόσυνο γεγονός πού προαναφέρθηκε, τῆς ὑπάρξεως δηλαδή ἡρωϊκῶς ἀγωνιζομένων Χριστιανῶν, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος». Ὄχι μόνο «ὧν οὐκ ἦν», ἀλλά καί «ὧν οὐκ ἔστιν» καί «ὧν οὐκ ἔσται», ἕως συντελείας τοῦ κόσμου. Ἄρα, λοιπόν, ὄχι μόνον «μή φοβοῦ, τό μικρόν ποίμνιον», ἀλλά καί «θαρσείτω τοίνυν· θαρσείτω λαός τοῦ Θεοῦ. Καί γάρ Αὐτός πολεμήσει τούς ἐχθρούς ὡς παντοδύναμος», ὅπως ψάλλουμε στό γνωστό «Δογματικόν Θεοτοκίον» τοῦ Α΄ ἤχου. «Θαρσεῖτε· ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον», τόν κόσμον δηλαδή, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Αὐτό μᾶς λέγει Ἐκεῖνος πού «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ», κατά τήν γνωστή φράση τῆς Ἀποκαλύψεως.

 

Ἕνας ἐκλεκτός  Ἱερεύς, ἐργάτης τοῦ Ἀμπελῶνος Κυρίου, Θεολόγος καί Ἱεροκήρυξ, «στοιχῶν τῷ κανόνι» τῶν συνηθισμένων ἱεροκηρυκτικῶν σχημάτων, ἐλεεινολογοῦσε, συνωδᾷ τῷ Προφήτι Ἠλίᾳ, μέ τήν θρηνώδη φωνή του, τά κακῶς κείμενα τῶν ἀνθρώπων. Εἶχε ὅμως τήν «ἀτυχία», νά δέχεται κατ’ οἶκον τά πυρά, δηλαδή τήν κριτική τοῦ κηρύγματός του, ἀπό τήν, ἐπίσης Θεολόγο, ἐκλεκτή πρεσβυτέρα του. Κι ἔτσι, κατά τό λεγόμενο «ἄκουγε τά σχολιανά του» ἀπό αὐτήν καί τά παράπονά της, κάθε φορά πού ἐκεῖνος στά κηρύγματά του ἀναφερόταν στήν ἀξιοθρήνητη καί ἀξιοδάκρυτη κατάσταση κοινωνίας – Πολιτείας - Ἀρχόντων καί ἀρχομένων, καί τά τούτοις ὅμοια.

― « Ἐπί τέλους, ἄλλαξε καμμιά φορά τόν ‘‘δίσκο’’!», τοῦ ἔλεγε. Κι ἐκεῖνος πράγματι, πιστός στόν ἐνδιάθετο ὅρκο τῆς συζυγικῆς ὑπακοῆς, ἄλλαξε ὄχι μόνο ‘‘δίσκο’’, ἀλλά καί ‘‘ἦχο’’. Ἄφησε τοῦ λοιποῦ τόν θρηνώδη «πλάγιο τοῦ δευτέρου» τῶν κηρυγμάτων του καί ἔβαλε σέ χρήση τόν χαρμόσυνο «πλάγιο τοῦ πρώτου». Ἄρχισε νά ὁμιλεῖ γιά τίς ἐκλεκτές ἀγωνιζόμενες ὑπάρξεις – καί μάλιστα γιά τήν χριστιανική νεολαία – γιά τήν συνέπειά τους πρός τήν μυστηριακή ζωή, γιά τόν ἀγῶνα τους προκειμένου νά τηρήσουν καθαρότητα βίου καί πολιτείας, καί ὅλα τά σχετικά. Σάν νά ἤθελε, τρόπον τινα, νά ὑποδείξει σέ κάθε συνάδελφό του τό «πορεύου καί σύ, ποίει (=κήρυττε) ὁμοίως», μέ διακριτικό βεβαίως τρόπο. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι!

Ὡς Ἐπίλογος, ἄς ἀναφερθεῖ καί ἡ διαπίστωση, στήν ὁποία καταλήγουμε πολλάκις καί ἐμεῖς ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος, ἄν καί μακράν τοῦ κόσμου διαμένοντες. Ἀναγνωρίζουμε δηλαδή σέ πολλά πρόσωπα γνωστῶν ἤ ἀγνώστων ἐπισκεπτῶν μας, ἀλλά καί σέ πολλά πρόσωπα πού ἐμεῖς συναντᾶμε κατά τίς τυχόν μεταβάσεις μας ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, ἀναγνωρίζουμε λέγω τό «λῆμμα», τό «μικρόν ποίμνιον», αὐτούς πού - ὅπως οἱ ἑπτά χιλιάδες ἐκλεκτοί τῆς ἐποχῆς τοῦ Προφήτου μας – δέν ὑπέκυψαν, δέν ἐνέδωσαν μέ κανέναν τρόπο, οὔτε καί ὑποκύπτουν ἤ ἐνδίδουν σέ κάθε μορφή «πανδημίας», πού κατά καιρούς ἐμφανίζεται καί ἐπικρατεῖ· ὅποια ἔννοια, ἑρμηνεία ἤ ὑπόσταση καί φόρτιση μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ λέξη «πανδημία», πού τόσο πολύ πλέον σήμερα ἔχει διαδοθεῖ παγκοσμίως.

Εἶναι αὐτοί πού – τό δίχως ἄλλο – πρός ἐντροπήν μας, θά μᾶς κρίνουν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, σάν ἄλλη βασίλισσα Σαββᾶ καί σάν ἄλλοι ἄνδρες Νινευΐ.  «Μετά πάντων με σῶσον», Κύριε..! (Τετάρτη Μεγ. Κανόνος).

 

Πολλά τά ἔτη τοῦ ἑορτάζοντος σεβαστοῦ μας πατρός  Ἠλία Φρατσέα. Ὁ Κύριος νά τοῦ δίδει ὑγεία καί μακροημέρευση, καθώς καί στήν οἰκογένειά του. Αἰωνία δέ ἡ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ πατρός Ἠλία Στεφόπουλου, πού ἡ ψυχή του, ἤδη ἐπί διετίαν, ἀναπαύεται «μετά πνευμάτων δικαίων καί τετελειωμένων» μαζί μέ τούς προαπελθόντας Ἱερεῖς τῆς Ἐνορίας ταύτης.

Καλό καλοκαίρι!

 

Μέ ἀγάπη Χριστοῦ

Μοναχός Νεκτάριος

Χιλανδαρινόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη

Καρυαί – ΑΓ. ΟΡΟΣ

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 250-251

Ἰούνιος-Ἰούλιος 2023