Ποιός θά σώσει τόν Πλανήτη ἀπό ἐµᾶς;

 

Ποιός θά σώσει τόν Πλανήτη ἀπό ἐµᾶς;

 

Σέ ἕνα παλιό Μίκυ Μάους, ὑπῆρχε µιά πολύ ὄµορφη ἱστοριούλα. Ὁ περίφηµος Κύρος ὁ ἐφευρέτης, ἀκούγοντας ἕνα πουλάκι, πού κελαηδοῦσε ἔξω ἀπό τό παράθυρό του, θέλησε νά µάθει τό λόγο πού κελαηδοῦν τά πουλάκια. Κατασκεύασε, λοιπόν, ἕναν ὑπολογιστή, πού εἶχε τίς ἀπαντήσεις γιά ὅλα τά ἐρωτήµατα (ἡ ἱστορία ἦταν γραµµένη τή δεκαετία του 80, πρίν ἀπό τους  ‘‘παντογνῶστες’’  σηµερινούς ὑπολογιστές) καί τόν ρώτησε γιατί κελαηδοῦσε τό πουλάκι. Ὁ ὑπολογιστής τοῦ ἀπάντησε: ἴσως εἶναι χαρούµενο, ἴσως εἶναι λυπηµένο, ἴσως εἶναι καί λιγάκι τρελό. Ὁ Κύρος θύµωσε καί πέταξε στά σκουπίδια τόν ὑπολογιστή καί µετά ἀποφάσισε νά φτιάξει ἕνα µικροσκοπικό καπελάκι, τό οποῖο θά διάβαζε τίς σκέψεις τῶν πουλιῶν καί νά τίς µετατρέπει σέ λόγια. Κατασκεύασε τό καπελάκι, ἔπιασε τό πουλάκι, τοῦ τό φόρεσε καί, ἐπιτέλους, µπόρεσε νά ρωτήσει τό ἴδιο γιατί κελαηδοῦσε. Καί τό πουλάκι ἀπάντησε: «ἴσως εἶµαι χαρούµενο, ἴσως εἶµαι λυπηµένο, ἴσως εἶµαι καί λιγάκι τρελό»!

Αὐτή ἡ ἱστορία µου ἦρθε στό νοῦ, ὅταν διάβασα ἕνα ἄρθρο στούς TIMES, πού γράφει ὅτι, µιά ὁµάδα ἐπιστηµόνων στό πανεπιστήµιο Texas Southwestern, δηµοσίευσε ἀνακοίνωση, στήν ὁποία καυχιέται ὅτι δίδαξε ἕνα εἶδος Αὐστραλιανοῦ παπαγάλου νά τραγουδάει ἕνα διαφορετικό τραγούδι ἀπό αὐτό πού, τό συγκεκριµένο εἶδος πουλιῶν, τό διδάσκονται ἀπό τόν πατέρα τους! Ἕνας ἀπό τούς ἐρευνητές, ὁ νευροχειρουργός Todd Roberts τοῦ ODonnel Brain Institude τοῦ ἐν λόγῳ πανεπιστηµίου, δήλωσε ὅτι ἡ ἔρευνα ἔχει ἐντοπίσει µέ ἀκρίβεια τό σηµεῖο τοῦ ἐγκεφάλου ὅπου κρύβονται οἱ µνῆµες πού συνδέονται µέ τήν ἱκανότητα µιµήσεως καί συµπεριφορᾶς ὅλων τῶν πλασµάτων, τό σηµεῖο, δηλαδή, τοῦ ἐγκεφάλου πού µᾶς διδάσκει µέσῳ τῆς µιµήσεως, ἀπό τή γλῶσσα πού µιλᾶµε, µέχρι ἕνα µουσικό ὄργανο πού θά µάθουµε νά παίζουµε. Ἐντοπίζοντας, λοιπόν, αὐτό τό κέντρο, ἔστειλαν µέσῳ καλωδίων ὀπτικῶν ἰνῶν φωτεινές ἀστραπές στόν ἐγκέφαλο τῶν πουλιῶν, ἐµφυτεύοντάς τους ψεύτικες µνῆµες καί διδάσκοντάς τα ἔτσι ἕνα διαφορετικό τραγούδι ἀπό αὐτό που µαθαίνουν ἀπό τούς γονεῖς τους!

Δέν µπορεῖ νά µήν ἀπορήσει κανείς µέ τήν ἄνευ ὅρων καί ὁρίων  ‘‘πρόοδο’’ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἄντε νά δεχτοῦµε πώς, ἡ ἱστοριούλα τοῦ Κύρου τοῦ ἐφευρέτη, πού ἀπευθύνεται σέ παιδιά, καί ὄχι µόνο, ἐκφράζει τή φυσική δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τή γνώση καί τήν κατανόηση τοῦ κόσµου πού τόν περιβάλει. Ὡς ἐδῶ καλά. Ἡ ἐπέµβαση πάνω στό περιβάλλον του, ὅµως, τί ἀποτέλεσµα µπορεῖ νά ἔχει, ἐκτός ἀπό διατάραξη τῆς ἁρµονίας τῶν εἰδῶν καί καταστροφή; Ὑπάρχει, βέβαια, γιά ὅλα, µιά δικαιολογία. Ἡ συγκεκριµένη ἔρευνα καί τά τεράστια κονδύλια πού τή συνοδεύουν, γίνεται -ἐκτός ἀπό τό νά λύσει τό βιοτικό πρόβληµα τῶν ἐρευνητῶν – γιά νά βοηθηθεῖ τό πρόβληµα τοῦ αὐτισµοῦ. Καί γιά νά λύσουµε ἕνα ἀνθρώπινο πρόβληµα, πρέπει νά δηµιουργήσουµε προβλήµατα σέ ἄλλα ταλαίπωρα εἴδη τοῦ ζωικοῦ καί φυτικοῦ βασιλείου, ἀγνοῶντας -καί ἀδιαφορῶντας- γιά τά προβλήµατα πού δηµιουργοῦµε καί γιά τήν καταστροφή πού σκορπίζουµε.

Γιά σκεφτεῖτε στόν “θαυµαστό καινούριο κόσµο”, πού µᾶς ἐπαγγέλεται ἡ θεότητα τοῦ µέλλοντος (ἄν καί, γιατί ὄχι καί τοῦ παρόντος;) ἡ ἐπιστήµη, νά περπατᾶς ροµαντικά, ἕνα φεγγαρόλουστο ἀνοιξιάτικο βραδάκι σέ ἕνα δάσος (ἄν ἔχει µείνει καί κανένα πού δέν θά ἔχει γίνει κάρβουνο) καί, βλέποντας στό ἀπέναντι δέντρο µιά χαριτωµένη κουκουβάγια, νά σταθεῖς ἀκίνητος περιµένοντας ὑποµονετικά νά ἀκούσεις τό κατ᾽ ἐξοχήν νυχτερινό τραγούδι: κουκουβάου, κουκουβάου… Καί τότε, η κουκουβάγια νά δεῖ τό θῦµα της καί νά πετάξει µέ τό γεµᾶτο ἐπικίνδυνη χάρη ἀθόρυβο πέταγµά της, µέ τήν τροµερή κυνηγετική κραυγή, πού παγώνει τό αἷµα τῶν µικρῶν πλασµάτων, τῶν ὑποψήφιων νά γίνουν τό δεῖπνο τῶν µικρῶν της. Καί τότε νά ἀκούσεις: κρα, κρα, κρα…Ἤ νά εἶσαι στήν παραλία καί νά πετάξει πάνω ἀπό τό κεφάλι σου ἕνας γλάρος πού θά τραγουδάει σάν ἀηδόνι; Ἤ ἕνα ξηµέρωµα νά ἀξιωθεῖς νά δεῖς ἕναν ἀετό νά σαϊτεύει τόν οὐρανό, πετῶντας νά προϋπαντήσει τόν ἥλιο, στριγγλίζοντας σάν καρακάξα;

Εἶναι τυχαῖο πού τό κάθε πλᾶσµα ἔχει τή φωνή του; Πού ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει τή δική του;

Φανταζόσαστε, µιά ὁµάδα πουλιῶν, πού θά µιλάει µιά διαφορετική γλῶσσα ἀπό τά ἄλλα τοῦ εἴδους του καί δέν θά µπορεῖ νά συνεννοηθεῖ µαζί τους; Πῶς θά ἐπιβιώσουν; Τί µεταχείριση θά ἔχουν ἀπό τά ὑπόλοιπα; Μέχρι ποῦ θά φτάσει ἡ διάσπαση τῆς φυσικῆς ἁρµονίας; Τί καλό ἔχουµε κάνει µέχρι σήµερα, ὅλες αὐτές τίς χιλιετίες πού ὁ ἄνθρωπος ὑποτίθεται ἀγωνίζεται νά προοδεύσει, νά φωτιστεῖ καί νά φωτίσει, νά µάθει καί νά ἀνακαλύψει; Τί ἔχει σώσει ὁ ἄνθρωπος; Τί ἔχει ἀφήσει πίσω του; Σ’ ὅλους τούς ‘‘νέους’’ κόσµους πού ἀνακάλυψε, ἐκτός ἀπό καταστροφή καί θάνατο καί ὑποδούλωση τῶν συνανθρώπων του;

Τελικά, ποιός θά σώσει αὐτόν τόν πλανήτη ἀπό ἐµᾶς καί ἀπό τήν πρόοδό µας;

 

Νινέττα Βολουδάκη

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 252-253

Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2023