Δικαιώματα Κληρικῶν καί Μοναχῶν στά Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια

Δικαιώματα Κληρικῶν καί Μοναχῶν
στά Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια

 

Tό σύνολο τῶν κανόνων καί τῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, πού ρυθμίζουν συστηματικά τήν Ἐκκλησιαστική πειθαρχία τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν σέ μία Ἐκκλησία, ὀνομάζεται Ἐκκλησιαστικό Πειθαρχικό Δίκαιο. Παρά τό γεγονός ὅτι ὑπάρχει πλούσια νομολογία, ἰδιαίτερα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ἐπιστήμη τοῦ δικαίου δέν ἔχει διατυπώσει μία σαφῆ δογματική θεώρηση τοῦ δικαίου αὐτοῦ.

Ὁ νόμος 5383/1932 «Περί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας» (ΦΕΚ Α΄ 110), ρυθμίζει πειθαρχικά ζητήματα στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ ἡμερομηνία οὐσιαστικῆς ἰσχύος του, τήν 1η Ἀπριλίου 1932. Τά ἄρθρα 55 ἕως 72 τοῦ Ν. 4149/1961 «Περί καταστατικοῦ Νόμου τῆς ἐν Κρήτη Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἄλλων τινῶν διατάξεων» (ΦΕΚ  Α΄ 41) μέ ἰσχύ ἀπό τήν 16 Μαρτίου 1961 περιέχουν πειθαρχικές διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης. Οἱ Μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων καί ἡ Ἐξαρχία τῆς Πάτμου διέπονται ἀπό Προεδρικό Διάταγμα, πού ἐκδίδεται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 342 τοῦ Ν. 4957/2022 (ΦΕΚ A 141 - 21.07.2022).

Στό παρόν ἄρθρο ἐπιχειρεῖται μία κριτική θεώρηση τῶν ρυθμίσεων τῶν νόμων, καταδεικνύονται οἱ βασικότερες στρεβλώσεις, πού προκαλοῦν οἱ νομικές διατάξεις τους καί προτείνονται λύσεις, πού θά ἐναρμονίζονται μέ τίς ἀπαιτήσεις ἑνός σύγχρονου Κράτους Δικαίου, ὥστε νά ὑπάρχει μία δίκαιη ἰσορροπία ἀνάμεσα στήν ἀνάγκη εὔρυθμης λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης καί τήν προστασία τῶν θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῶν κληρικῶν καί τῶν μοναχῶν.

Ἀρχικά, ὁ ὅρος «κατηγορούμενος» κληρικός ἤ μοναχός, πού συναντᾶται στούς νόμους, τά διατάγματα, τίς ἐγκυκλίους καί τούς κανονισμούς τῶν Ἐκκλησιῶν, γιά τά πρόσωπα εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἀσκήθηκε πειθαρχική δίωξη, θά πρέπει νά ἀντικατασταθεῖ μέ τόν ὅρο «ἐγκαλούμενος» κληρικός ἤ μονάχος. Ἡ ἰδιότητα τοῦ κατηγορουμένου ἀποδίδεται στό σύγχρονο Κράτος Δικαίου μόνο σέ ὅσους τέλεσαν κάποιο ἔγκλημα σέ βαθμό κακουργήματος ἤ πλημμελήματος καθ’ ὅτι τά πταίσματα καταργήθηκαν στήν Ἑλληνική ἔννομη τάξη τό 2010. Ὅμως, ὁ κληρικός ἤ ὁ μοναχός πού τέλεσε ἐκκλησιαστικό παράπτωμα δέν εἶναι ἐγκληματίας, ἄλλο δέ εἶναι τό ζήτημα, ἄν πολλές φορές τό πειθαρχικό παράπτωμα μπορεῖ νά εἶναι καί ποινικό ἀδίκημα. Γιά παράδειγμα, ἡ τέλεση μιᾶς «παρ’ ἐνορίαν πράξεως» ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικό παράπτωμα, ἀλλά δέν ἀποτελεῖ ποινικό ἀδίκημα. Ὅπως τόνιζε ἕνας ἐκ τῶν πατέρων τοῦ Ἑλληνικοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ὁ Καθηγητής Γεώργιος Παπαχατζῆς, στή πειθαρχική διαδικασία χρησιμοποιοῦμε τίς λέξεις «δικαστήριο», «δίκη», «δίωξη», «κατηγορούμενος» δέν κυριολεκτοῦμε, διότι ἡ πειθαρχική διαδικασία εἶναι μιά διοικητική καί ὄχι μία ποινική διαδικασία (βλ. Γ. Παπαχατζῆς, Σύστημα τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντος Διοικητικοῦ Δίκαιου, ἔκδ. δ΄, ἰδιωτική, Ἀθήνα, 1965, σελ. 389-390). Τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια, ὅπως καί ὅλα τά πειθαρχικά συμβούλια εἶναι συλλογικά ὄργανα τῆς διοίκησης, πού δέν ὑπάγονται στή δικαστική λειτουργία. Αὐτή ἡ θέση τῆς θεωρίας τεκμηριώνεται καί ἀπό τή νομολογία. Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας (ΣτΈ) μέ τήν ὑπ’ ἀριθ. 825/1988 ἀπόφαση τῆς Ὁλομέλειας ἔκρινε ὅτι τά πειθαρχικά ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν λειτουργοῦν συλλογικά, ἔχουν τό χαρακτήρα πειθαρχικῶν συμβουλίων πού, γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους Δικαίου καί τῆς χρηστῆς διοίκησης, πρέπει νά ἀκολουθοῦν τοὐλάχιστον ὡς πρός τή σύνθεσή τους καί τήν πειθαρχική διαδικασία τίς βασικές ἀρχές τοῦ πειθαρχικοῦ δικαίου. Οἱ ἐκδιδόμενες δέ ἀπό αὐτά ἀποφάσεις, ὡς ἐκτελεστές πράξεις διοικητικῶν ἀρχῶν, ὑπόκεινται σέ αἴτηση ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ ΣτΈ.

Τό ἐκκλησιαστικό παράπτωμα εἶναι μιά ἔννοια αὐτοτελής, σχετιζόμενη μέ τό κανονικό ἀδίκημα δηλαδή, μιά πράξη ἀντίθετη μέ τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἤ μιά διοικητική παράβαση, ἤτοι μιά συμπεριφορά πού προσβάλλει τή διοικητική ὀργάνωση καί τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Τό ΣτΈ τονίζει ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικές ἀρχές, ἄλλοτε μέν ἐπιβάλλουν πνευματικῆς μόνο φύσεως ποινές, οἱ ὁποῖες γιά τό λόγο αὐτό διαφεύγουν τό δικαστικό ἔλεγχο, ἄλλοτε δέ ποινές πού ἐπηρεάζουν ἀμέσως τήν ὑπηρεσιακή σχέση κληρικοῦ - ἐκκλησίας καί τά δικαιώματα πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή, ὅπως στέρηση μισθοῦ ἤ ἀργία (ΣτΈ 508/1983, 154/1993). Συνεπῶς, ὁ παραπτωματίας κληρικός ἤ μοναχός δέν πρέπει νά στιγματίζεται ὡς ἐγκληματίας, ἀλλά νά χαρακτηρίζεται ὡς ἐγκαλούμενος ἐνώπιον τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων.

Παρά ταῦτα, τά πρόσωπα, πού ἀπολογοῦνται ἐνώπιον τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ἤ λαμβάνονται πειθαρχικά μέτρα εἰς βάρος τους, θά πρέπει νά ἔχουν ὁρισμένα δικαιώματα, ὥστε νά τύχουν μίας δίκαιης δίκης.

 

1) Δικαίωμα ὑπεράσπισης μέ συνήγορο.

Οἱ κληρικοί καί οἱ μοναχοί μποροῦν ἐφ’ ὅσον τούς ἀσκηθεῖ πειθαρχική δίωξη νά ἐκπροσωποῦνται στά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια, κατά τήν ἀπολογία, ἀλλά καί σέ κάθε ἀνακριτική πράξη ἀπό συνήγορο τῆς ἐπιλογῆς τους. 

 

2) Δικαίωμα πρόσβασης στόν φάκελο τῆς ὑπόθεσης.

Τό δικαίωμα αὐτό θά πρέπει νά κατοχυρώνεται ρητά στόν νόμο. Ὁ ἐγκαλούμενος κληρικός ἀμέσως, μόλις κληθεῖ σέ ἀπολογία ἤ παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, θά πρέπει νά ἔχει δικαίωμα νά μελετήσει ἐπιτόπου τά ἔγγραφα τῆς ὑπόθεσης ἤ νά λάβει μέ αἴτησή του καί μέ δικές του δαπάνες ἀντίγραφα αὐτῶν.

 

3) Τό δικαίωμα τῆς ἀκρόασης.

Τό δικαίωμα τῆς ἀκρόασης εἶναι σύμφυτο μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος ἀκαδημαϊκός Μιχαήλ Στασινόπουλος, τό δικαίωμα τῆς ἀκρόασης εἶναι ἕνα πανάρχαιο δικαίωμα πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο ἤδη πρό τῆς πτώσης του, ἀφοῦ πρίν τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο, πρῶτα τόν ἄκουσε (βλ. Μ. Στασινοπούλου, Τό δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἰδιωτική ἔκδοση, 1974, σελ. 50-54). Ἐπίσης, ὁ ἐγκαλούμενος κληρικός ἤ μοναχός θά πρέπει νά ἔχει δικαίωμα νά λάβει προθεσμία γιά νά ἀπολογηθεῖ, πού δέν μπορεῖ νά εἶναι βραχύτερη τῶν 48 ὡρῶν καί ἡ ὁποία θά δύναται νά παραταθεῖ ἀπό τήν ἁρμόδια ἐκκλησιαστική ἀρχή, ἰδίως, ἄν ὁ φάκελος τῆς ὑπόθεσης ἔχει πολυάριθμα ἔγγραφα ἤ ἄλλα στοιχεῖα πού ἀπαιτοῦν χρόνο γιά νά μελετηθοῦν, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά προετοιμάσει τήν ἀπολογία του, καί νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό του, ὅσο τό δυνατόν ἀποτελεσματικότερα.

 

4) Δικαίωμα προσαγωγῆς μαρτύρων ὑπεράσπισης.

 Ἄλλη μιά πτυχή τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκρόασης καί τήν ὑπεράσπιση ἐν γένει τοῦ ἐγκαλούμενου, πού πρέπει νά κατοχυρώνεται ρητά στό νόμο, εἶναι ὁ ἐγκαλούμενος κληρικός ἤ μοναχός νά μπορεῖ νά προτείνει συγκεκριμένο ἀριθμό μαρτύρων ὑπεράσπισής του, γιά τούς ὁποίους, τόσο στή προδικασία ἀπό τόν μητροπολίτη, ὅσο καί στήν κύρια διαδικασία, τό δικαστήριο θά πρέπει νά ἔχει ὑποχρέωση ἐξέτασής τους. Σύστοιχα, ὁ ἐγκαλούμενος κληρικός ἤ μοναχός δικαιοῦται νά προσκομίσει στό δικαστήριο ἤ στή κατηγοροῦσα ἀρχή, μέχρι ἕναν ὁρισμένο ἀριθμό ἐνόρκων βεβαιώσεων ἤ ὑπευθύνων δηλώσεων (σέ ὅσους δέν θέλουν νά ὁρκιστοῦν) πού θά λαμβάνονται ἀπό εἰρηνοδίκη ἤ συμβολαιογράφο.

 

5) Τό δικαίωμα τῆς σιωπῆς, τό ὁποῖο στερήθηκε ὁ δικαιοδότης Ἰησοῦς Χριστός κατά τή δίκη του ἀπό τόν Πόντιο Πιλάτο (δ΄. Ἰωάννης ιθ΄ 1-16) θά πρέπει νά παρέχεται στόν ἐγκαλούμενο κληρικό ἤ μοναχό, ὁ ὁποῖος παράλληλα δέν πρέπει νά ὑποχρεώνεται σέ ὁμολογία.

Τά παραπάνω μνημονευόμενα δικαιώματα εἶναι μόνο μερικά ἀπό τά θεμελιώδη δικαιώματα, πού εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀπολαμβάνει ὁ κληρικός ἤ μοναχός, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά τύχει μιᾶς δίκαιης καί ἀμερόληπτης κρίσης.

Εὐχόμαστε τό πειθαρχικό δίκαιο τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας, νά συγχρονιστεῖ μέ τά πειθαρχικά δίκαια τῶν ὑπολοίπων κρατικῶν λειτουργῶν, ὥστε νά ἐναρμονιστεῖ τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας μέ τίς ἐπιταγές μιᾶς πολιτείας δικαίου.

 

Εὐάγγελος Ἀναστ. Διαμαντής

Νομικός – Διδάκτωρ Διοικητικοῦ Δίκαιου

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 252-253

Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2023